Οι γυναίκες έχουν στατιστικά μεγαλύτερο κίνδυνο να διαγνωστούν με άνοια από τους άνδρες, με τους επιστήμονες να διατυπώνουν μερικές θεωρίες για τους παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο. Ωστόσο, δεν έχει ακόμα καταστεί απολύτως σαφές γιατί συμβαίνει αυτό. Μια πρόσφατη μελέτη από το Πανεπιστήμιο Cambridge της Μ. Βρετανίας υποδηλώνει ότι η εμμηνόπαυση θα μπορούσε να διαδραματίσει βασικό ρόλο στην αυξημένη ευαλωτότητα των γυναικών στην άνοια και ειδικότερα στη νόσο Αλτσχάιμερ.
Ερευνητές στο Πανεπιστήμιο Cambridge ανέλυσαν μαγνητικές τομογραφίες εγκεφάλου από σχεδόν 125.000 γυναίκες και διαπίστωσαν ότι η εμμηνόπαυση σχετίζεται με μετρήσιμες μειώσεις της φαιάς ουσίας , δηλαδή εκείνων των περιοχών του εγκεφάλου όπου οι πληροφορίες επεξεργάζονται και αναλύονται. Οι επιστήμονες εντόπισαν επίσης μειώσεις όγκου σε περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με τη μνήμη, το συναίσθημα, την προσοχή και τη λήψη αποφάσεων.
- Διαβάστε ακόμα - Alzheimer Europe: Θα ξεπεράσει τις 330.000 ο αριθμός των ατόμων με άνοια στην Ελλάδα το 2050
Αυτές οι μεταβολές συνδέθηκαν επίσης στην τρέχουσα έρευνα με κακής ποιότητας ύπνο, αυξημένο άγχος και κατάθλιψη και βραδύτερους χρόνους αντίδρασης. Είναι σημαντικό ότι οι πληγείσες περιοχές του εγκεφάλου συμπίπτουν με εκείνες που είναι πιο ευάλωτες στη νόσο Αλτσχάιμερ, την πιο κοινή μορφή άνοιας. Προσοχή, αυτό δεν σημαίνει ότι η εμμηνόπαυση προκαλεί άνοια, αλλά υποδηλώνει πως η εμμηνόπαυση μπορεί να αντιπροσωπεύει μια κρίσιμη νευρολογική μετάβαση - μια μετάβαση που μπορεί να επηρεάσει την πορεία της υγείας του εγκεφάλου για χρόνια ή και δεκαετίες μετά.
Ιατρική αντιμετώπιση με βάση το φύλο
Αυτά τα ευρήματα φέρνουν στο προσκήνιο την επίδραση του φύλου στην υγεία του εγκεφάλου, ανοίγουν την συζήτηση για το gender medicine (την ιατρική αντιμετώπιση με βάση το φύλο, που αποτελεί το νέο μεγάλο trend στην Ιατρική) κι εξηγούν γιατί οι γυναίκες διατρέχουν όχι μόνο μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης της νόσου Αλτσχάιμερ, αλλά και μιας σειράς άλλων νευρολογικών παθήσεων- συμπεριλαμβανομένης της πολλαπλής σκλήρυνσης και της κατάθλιψης.
Οι παράγοντες που επηρεάζουν τον κίνδυνο άνοιας στις γυναίκες
Αν και οι γυναίκες αντιμετωπίζουν υψηλότερο κίνδυνο άνοιας, ο εγκέφαλός τους συχνά επιδεικνύει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα. Συνολικά οι γυναίκες τείνουν να ξεπερνούν τους άνδρες σε ορισμένες δοκιμασίες λεκτικής μνήμης και συχνά παρουσιάζουν μεγαλύτερη αντίσταση στην πρώιμη γνωστική παρακμή κατά την ενήλικη ζωή.
Αλλά αυτή η ανθεκτικότητα θα μπορούσε να αποτελεί ένα δίκοπο μαχαίρι, καλύπτοντας τις υφιστάμενες αλλαγές στον εγκέφαλο για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Στη νόσο Αλτσχάιμερ, οι γυναίκες συχνά εμφανίζουν λιγότερα συμπτώματα νωρίς, παρά τη συσσώρευση απεικονιστικών ευρημάτων στον εγκέφαλο. Όταν εμφανιστούν τα συμπτώματα, η επιδείνωση μπορεί να εμφανιστεί ταχύτερα και πιο δραματικά – εν μέρει επειδή ο εγκέφαλος έχει ήδη αντισταθμίσει τη βλάβη εδώ και χρόνια.
Το γνωστικό απόθεμα
Υπάρχουν πολλές άλλες κρίσιμες κοινωνικές και βιολογικές διαφορές μεταξύ ανδρών και γυναικών που μπορεί να εξηγήσουν γιατί τα αποτελέσματα της υγείας του εγκεφάλου μπορεί επίσης να ποικίλλουν τόσο ευρέως, όπως είναι για παράδειγμα το γνωστικό απόθεμα. Πρόκειται για την ικανότητα του εγκεφάλου να προσαρμόζεται και να διατηρεί ένα ορισμένο επίπεδο λειτουργίας, ακόμη και όταν αντιμετωπίζει βλάβες (συμπεριλαμβανομένων εκείνων που προκαλούνται από την άνοια συμπεριλαμβανομένης της νόσου Αλτσχάιμερ). Η εκπαίδευση, η διανοητικά απαιτητική εργασία, η κοινωνική και σωματική δραστηριότητα και η δια βίου μάθηση συμβάλλουν στην ανάπτυξη του γνωστικού αποθέματος.

Το γνωστικό απόθεμα δεν διαμορφώνεται μόνο από τη βιολογία, αλλά και από την κοινωνική πραγματικότητα. Για παράδειγμα, πολλές γυναίκες έχουν βιώσει διακοπή της εκπαίδευσης, χρόνιο στρες ή περιορισμένη πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη. Αυτοί οι παράγοντες μπορούν να διαβρώσουν «αθόρυβα» το γνωστικό απόθεμα με την πάροδο του χρόνου - ακόμη και όταν οι γυναίκες συνεχίζουν να λειτουργούν σε υψηλό επίπεδο.
Τα ισχυρά κοινωνικά δίκτυα
Ταυτόχρονα, τα ισχυρά κοινωνικά δίκτυα, η συναισθηματική νοημοσύνη και η προσαρμοστικότητα, ιδιότητες που συχνά ενισχύονται στις γυναίκες, μπορούν να ενισχύσουν την ανθεκτικότητα και να καθυστερήσουν την εμφάνιση των συμπτωμάτων.
Ανοσολογικές διαφορές
Ένας άλλος βασικός παράγοντας κινδύνου άνοιας έγκειται στις ανοσολογικές διαφορές μεταξύ των φύλων. Οι γυναίκες γενικά έχουν ισχυρότερη ανοσοαπόκριση από τους άνδρες . Ενώ αυτό τις προστατεύει από τις λοιμώξεις, μπορεί επίσης να αυξήσει την ευπάθεια σε αυτοάνοσες παθήσεις, όπου το ανοσοποιητικό σύστημα γίνεται υπερδραστήριο και επιτίθεται στα κύτταρα του σώματος θεωρώντας τα «ξένα». Η ανοσολογική απόκριση μπορεί να γίνει ιδιαίτερα υπερδραστήρια καθώς οι γυναίκες μεγαλώνουν ή κατά τη διάρκεια των ορμονικών μεταβολών.
Αυτή η αυξημένη ανοσοποιητική δραστηριότητα επεκτείνεται στον εγκέφαλο. Η χρόνια νευροφλεγμονή, που συχνά προκαλείται από ένα μη επαρκώς ρυθμισμένο ανοσοποιητικό σύστημα, αναγνωρίζεται ολοένα και περισσότερο ως παράγοντας που συμβάλλει στη νόσο Αλτσχάιμερ, καθώς και στην πολλαπλή σκλήρυνση και στις διαταραχές της διάθεσης .
Η ισχυρότερη ανοσοποιητική ενεργοποίηση των γυναικών μπορεί επομένως να αυξήσει τον κίνδυνο για ορισμένες παθήσεις του εγκεφάλου, ειδικά κατά τη διάρκεια περιόδων ορμονικής αστάθειας, όπως είναι η εμμηνόπαυση.
Χρωμοσωμικές διαφορές
Τα χρωμοσώματα έχουν επίσης σημασία. Οι γυναίκες έχουν δύο χρωμοσώματα Χ, ενώ οι άνδρες έχουν ένα Χ και ένα Υ. Πολλά γονίδια που σχετίζονται με το ανοσοποιητικό σύστημα βρίσκονται στο χρωμόσωμα Χ . Ωστόσο, ορισμένα από αυτά τα γονίδια είναι σε θέση να ξεφύγουν από τη συνήθη διαδικασία που απενεργοποιεί τη δραστηριότητά τους στις γυναίκες. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε υψηλότερη έκφραση των γονιδίων του ανοσοποιητικού συστήματος και των φλεγμονωδών γονιδίων – ενδεχομένως αυξάνοντας την ευαισθησία σε αυτοάνοσες και νευροφλεγμονώδεις διαταραχές.
Η σύνδεση με την εμμηνόπαυση
Μία από τις πιο σημαντικές πληροφορίες από την πρόσφατη μελέτη του Πανεπιστημίου Cambridge αφορά τον μεταβολισμό του εγκεφάλου. Ο εγκέφαλος είναι ένα όργανο που καταναλώνει ενέργεια, χρησιμοποιώντας κυρίως γλυκόζη (απλά σάκχαρα) ως κύρια πηγή ενέργειας. Τα οιστρογόνα παίζουν σημαντικό ρόλο στον τρόπο με τον οποίο τα εγκεφαλικά κύτταρα χρησιμοποιούν τη γλυκόζη. Τα οιστρογόνα βοηθούν τα εγκεφαλικά κύτταρα να χρησιμοποιούν τη γλυκόζη αποτελεσματικά, υποστηρίζοντας την ενέργεια που απαιτείται για τη σκέψη και τη μνήμη.
Όταν όμως τα επίπεδα οιστρογόνων μειώνονται κατά την εμμηνόπαυση, ο εγκέφαλος μπορεί να γίνει λιγότερο αποτελεσματικός στην παραγωγή ενέργειας από τη γλυκόζη. Αυτό μπορεί να δημιουργήσει ένα ήπιο, χρόνιο ενεργειακό έλλειμμα σε ευάλωτες περιοχές του εγκεφάλου. Με την πάροδο του χρόνου, αυτό το μεταβολικό στρες μπορεί να αυξήσει την ευαισθησία σε διεργασίες που συνδέονται με τη νόσο Αλτσχάιμερ. Αυτή η μεταβολική πτυχή θα μπορούσε επίσης να εξηγήσει γιατί συμπτώματα όπως η «εγκεφαλική ομίχλη» (το περίφημο brain fog), η κόπωση, οι αλλαγές στη διάθεση και η διαταραχή του ύπνου είναι κοινά κατά την εμμηνόπαυση και ταλαιπωρούν εκατομμύρια γυναίκες παγκοσμίως.
Η νόσος Αλτσχάιμερ και άλλες εγκεφαλικές διαταραχές αναπτύσσονται υπό διαφορετικές βιολογικές συνθήκες στις γυναίκες και τους άνδρες. Οι μελέτες για την υγεία του εγκεφάλου, καθώς και οι εξετάσεις, οι θεραπείες και οι στρατηγικές πρόληψης, πρέπει να αντικατοπτρίζουν αυτή την πραγματικότητα. Παράγοντες όπως οι ορμόνες, ο μεταβολισμός, ο τρόπος ζωής και η ανοσοποιητική λειτουργία όχι μόνο επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο αναπτύσσεται η νόσος Αλτσχάιμερ και άλλες εγκεφαλικές διαταραχές, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αλληλεπιδρούν και επηρεάζουν η μια την άλλη.
Η έρευνα δεν εστίαζε στις γυναίκες για δεκαετίες
Για δεκαετίες, η έρευνα αγνοούσε τις γυναίκες, με μελέτες που διερευνούν τα γυναικεία ζητήματα να υποχρηματοδοτούνται. Οι κλινικές δοκιμές για την υγεία του εγκεφάλου δεν έχουν επίσης αναγνωρίσει το φύλο ως πιθανό τροποποιητικό παράγοντα. Ορισμένες μελέτες έχουν αποκλείσει εντελώς τις γυναίκες – με τις γυναίκες στην περιεμμηνοπαυσιακή και μετεμμηνοπαυσιακή περίοδο να παραβλέπονται ιδιαίτερα.
Ως αποτέλεσμα, πολλές από τις διαθέσιμες θεραπείες (συμπεριλαμβανομένων εκείνων που επιβραδύνουν την άνοια) αναπτύσσονται και συνταγογραφούνται χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ο τρόπος με τον οποίο οι ορμονικές αλλαγές μπορούν να επηρεάσουν τον μεταβολισμό των φαρμάκων.
Το αποτέλεσμα είναι ένα σύστημα υγειονομικής περίθαλψης που δεν είναι επαρκώς εξοπλισμένο για να αναγνωρίζει τις πρώιμες αλλαγές στον εγκέφαλο των γυναικών και να παρεμβαίνει έγκαιρα. Όλα όσα γνωρίζουμε σήμερα υποδεικνύουν πως ο εγκέφαλος των γυναικών είναι πολύπλοκος, προσαρμοστικός και επηρεάζεται από τις ορμονικές μεταβολές, τις οποίες η ιατρική έχει μόλις αρχίζει να αναγνωρίζει.