Τον δρόμο για μειώσεις στα λειτουργικά κόστη των επιχειρήσεων του κλάδου της εστίασης ανοίγει η υιοθέτηση των αρχών της βιωσιμότητας και των πράσινων πρακτικών, προσφέροντας σειρά σημαντικών διευκολύνσεων, την ώρα που αρκετές επιχειρήσεις του χώρου δίνουν αγώνα για την επιβίωσή τους.
Η μείωση της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών που αντανακλάται και στους χώρους εστίασης, σε συνδυασμό με την αύξηση των επιβαρύνσεων για κάθε επιχείρηση του κλάδου, δημιουργούν ένα εκρηκτικό «κοκτέιλ» προκλήσεων, απειλώντας το αύριο μεγάλου αριθμού καταστημάτων.
«Οι επιχειρήσεις του κλάδου της εστίασης που έχουν υιοθετήσει βιώσιμες πρακτικές καταγράφουν ήδη μειώσεις στα κόστη τους. Είτε αυτό αφορά την ενέργεια, είτε το νερό. Η βιωσιμότητα δεν έχει επιπλέον κόστος. Αντίθετα, μειώνει τις επιβαρύνσεις, αν εφαρμοστεί σωστά», σχολίασε χθες ο πρόεδρος της Οικολογικής Εταιρείας Ανακύκλωσης, Φίλιππος Κυρκίτσος, στο πλαίσιο παρουσίασης έρευνας που υλοποιήθηκε από τον Καθηγητή του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, Γεώργιο Μπάλτα, σε συνεργασία με την Kapa Research, με τη χρηματοδότηση της Coca-Cola στην Ελλάδα, στο πλαίσιο του προγράμματος Zero Waste HORECA.
Όπως εξήγησαν τόσο ο κ. Μπάλτας, όσο και ο κ. Κυρκίτσος, ο οποίος είναι ο εμπνευστής της πρωτοβουλίας Zero Waste Future, μιας ψηφιακής πλατφόρμας που στοχεύει στην ανάπτυξη βιώσιμων πρακτικών από τις επιχειρήσεις στον κλάδο HoReCa, η βιωσιμότητα μπορεί να λειτουργήσει ως ασπίδα προστασίας απέναντι στις αυξήσεις κόστους και απαιτήσεων για κάθε επιχείρηση.
Πώς μπορεί να μειωθεί το κόστος
Ενδεικτικά ανέφεραν ότι η εκτροπή απορριμμάτων από τις διαδικασίες ταφής μπορεί να βοηθήσει τις επιχειρήσεις ενόψει της νέας διαδικασίας επιβολής δημοτικών τελών. Αυτό μεταφράζεται σε χιλιάδες τόνους αποβλήτων που δεν οδηγούνται σε ταφή και σε άμεσο οικονομικό όφελος για τις επιχειρήσεις, ιδιαίτερα ενόψει της εφαρμογής συστημάτων χρέωσης ανά τόνο απορριμμάτων από τους Δήμους. Υπολογίζεται ότι κάθε τόνος απορριμμάτων που αποφεύγεται μπορεί να εξοικονομεί περίπου 300 ευρώ, ενώ, την ίδια ώρα, η σπατάλη τροφίμων κοστίζει στις επιχειρήσεις κατά μέσο όρο 2–3 ευρώ ανά κιλό.
Παράλληλα, σε σημαντικές μειώσεις επιβαρύνσεων οδηγούν και οι ειδικές πρακτικές εξοικονόμησης ενέργειας που υιοθετούν οι επιχειρήσεις εστίασης. Όπως αποκάλυψε ο κ. Κυρκίτσος, αναλύοντας τα δεδομένα των εταιρειών που συμμετέχουν στο zerowastefuture.gr, πάνω από 430 GWh εξοικονομήθηκαν σε ετήσια βάση δίνοντας κατά κάποιον τρόπο ρεύμα σε μια πόλη 132 χιλ κατοίκων.
Τι λένε οι καταναλωτές
Όπως προκύπτει από την έρευνα του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, η οποία βασίστηκε σε αντιπροσωπευτικό πανελλαδικό δείγμα με περισσότερους από 1.000 καταναλωτές, η επίδραση που έχει η συμμετοχή επιχειρήσεων σε προγράμματα βιωσιμότητας, όπως το Zero Waste HORECA που μετρά πάνω από 3.200 επιχειρήσεις-μέλη σε όλη την Ελλάδα, στην αντίληψη των καταναλωτών είναι θετική.
Συγκεκριμένα, το 75% των καταναλωτών διατηρούν θετική γνώμη για τις επιχειρήσεις-μέλη, θεωρώντας ότι υποστηρίζουν καλούς σκοπούς και λειτουργούν με περιβαλλοντική υπευθυνότητα, ενώ το 70% πιστεύει ότι διατηρούν υψηλά πρότυπα στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν τους ανθρώπους και το περιβάλλον.
Το 65% όσων γνωρίζουν το πρόγραμμα δηλώνουν πιθανό να επιλέξουν μια επιχείρηση-μέλος, ενώ το 67% δηλώνουν ότι είναι πιθανό να τη συστήσουν σε άλλους.
Σχεδόν 9 στους 10 καταναλωτές στην Ελλάδα θεωρούν σημαντικό οι χώροι εστίασης να επιδεικνύουν υπεύθυνη διαχείριση απορριμμάτων, ενέργειας, νερού και προμηθειών. Για το 82% των καταναλωτών, η μείωση απορριμμάτων και η ανακύκλωση αποτελούν ευθύνη των ίδιων των επιχειρήσεων, ενώ 88% αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στην ενεργειακή αποδοτικότητα. Επιπλέον, το 81% των καταναλωτών συμφωνεί ως προς την εκπαίδευση του προσωπικού στην υπεύθυνη χρήση νερού και τρεις στους τέσσερις θεωρούν σημαντική τη χρήση τοπικών, εποχιακών και βιολογικών πρώτων υλών.
Ως προς την προθυμία καταβολής υψηλότερου κόστους σε επιχειρήσεις του κλάδου HORECA που ακολουθούν βιώσιμες πρακτικές, ένας στους δύο καταναλωτές λαμβάνει υπόψη τις καλές περιβαλλοντικές πρακτικές κατά την επιλογή χώρων εστίασης ή διαμονής, ανεξαρτήτως κόστους, ενώ τέσσερις στους 10 δηλώνουν διατεθειμένοι να πληρώσουν έως 5% παραπάνω σε επιχειρήσεις που εφαρμόζουν πρακτικές με στόχο τη μείωση του περιβαλλοντικού τους αποτυπώματος.