Σε πιο αυστηρό και σαφώς πιο απαιτητικό πλαίσιο περνά από το 2026 το καθεστώς ακαθάριστων οικοπέδων, με μετατόπιση προθεσμιών, διαφοροποίηση προστίμων και αυστηρότερη αντιμετώπιση της μη δήλωσης ή της ψευδούς δήλωσης.
Οι ιδιοκτήτες δεν αρκεί να καθαρίσουν το οικόπεδό τους αλλά οφείλουν να το κάνουν εντός νέου, συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, να δηλώσουν την ενέργεια αυτή και να μπορούν να αποδείξουν ότι ο καθαρισμός ήταν πλήρης, όπως ορίζει η Πυροσβεστική Διάταξη του 2024.
Οι αλλαγές αυτές, οι οποίες αποσαφηνίζονται και στο νομοσχέδιο «Ενεργή Μάχη» του υπουργείου Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, βρέθηκαν στο επίκεντρο και του πρόσφατου 43ου Πανελληνίου Συνεδρίου της Πανελλήνιας Ομοσπονδία Ιδιοκτητών Ακινήτων, όπου ο πρόεδρος Στράτος Παραδιάς έκανε λόγο για ρυθμίσεις που κινούνται σε πιο ρεαλιστική κατεύθυνση, επισημαίνοντας ωστόσο ότι παραμένουν σοβαρές παγίδες για τους ιδιοκτήτες, κυρίως λόγω ασάφειας στις αρμοδιότητες και στην έννοια του καθαρισμού.
Προθεσμίες καθαρισμού και δηλώσεων: Τι ίσχυε και τι αλλάζει
Μέχρι σήμερα, ο καθαρισμός οικοπέδων ως μέτρο πρόληψης και αντιπυρικής προστασίας αντιμετωπιζόταν ως υποχρέωση η οποία χαρακτηριζόταν από ασάφεια ως προς το πραγματικό χρονικό περιθώριο συμμόρφωσης ενώ καταγράφονταν συχνές παρατάσεις. Από το 2026, το πλαίσιο αλλάζει: ο καθαρισμός πρέπει να πραγματοποιείται υποχρεωτικά εντός διμήνου, από 1η Απριλίου έως 31 Μαΐου, με δυνατότητα παράτασης μόνο με υπουργική απόφαση.
Αντίστοιχα, αλλάζει και η προθεσμία δήλωσης καθαρισμού. Ενώ μέχρι σήμερα η δήλωση λειτουργούσε συχνά συμπληρωματικά και χωρίς σαφές καταληκτικό όριο, πλέον προβλέπεται συγκεκριμένη ημερομηνία: έως 15 Ιουνίου κάθε έτους, με την ΠΟΜΙΔΑ να ζητά η προθεσμία αυτή να μετατεθεί στις 30 Ιουνίου, ώστε να συμβαδίζει με την πραγματική δυνατότητα ολοκλήρωσης εργασιών και αποκομιδής υπολειμμάτων.
Η βασική διαφοροποίηση σε σχέση με το παρελθόν είναι ότι η μη δήλωση καθαρισμού δεν θεωρείται πια απλή διοικητική παράλειψη, αλλά αυτοτελής παράβαση, ανεξάρτητα από το αν το οικόπεδο έχει πράγματι καθαριστεί.
Τι αλλάζει στα πρόστιμα
Σημαντικές είναι και οι αλλαγές στα πρόστιμα. Μέχρι σήμερα, το πρόστιμο για μη καθαρισμό ανερχόταν σε 0,50 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, με ελάχιστο ποσό τα 200 ευρώ. Από το 2026, το πρόστιμο διπλασιάζεται και διαμορφώνεται σε 1 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, διατηρώντας ίδιο το ελάχιστο ποσό, γεγονός που αυξάνει αισθητά τη συνολική επιβάρυνση για μεσαία και μεγάλα οικόπεδα.
Παράλληλα, αλλάζει το καθεστώς για τη μη υποβολή δήλωσης καθαρισμού. Το πρόστιμο, που μέχρι σήμερα μπορούσε να φτάσει τα 1.000 ευρώ, μειώνεται μεν, αλλά διαφοροποιείται ανάλογα με την πραγματική κατάσταση του οικοπέδου. Αν δεν έχει γίνει καθαρισμός, το πρόστιμο ορίζεται στα 500 ευρώ, ενώ αν ο καθαρισμός έχει γίνει αλλά δεν δηλώθηκε, το πρόστιμο περιορίζεται στα 100 ευρώ. Η λογική είναι πιο αναλογική, αλλά η παράβαση παραμένει.
Υπενθυμίζεται ότι ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στις ψευδείς δηλώσεις καθώς εξακολουθεί να ισχύει το πρόστιμο των 5.000 ευρώ και η ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι μηνών για τους παραβάτες.
Οι εκκρεμότητες και οι παγίδες που επισημαίνει η ΠΟΜΙΔΑ
Παρά τις βελτιώσεις, η ΠΟΜΙΔΑ έχει επισημάνει ότι παραμένουν σοβαρά ανοιχτά ζητήματα. Το σημαντικότερο αφορά την αποκομιδή των υπολειμμάτων καθαρισμού. Παρότι η Πυροσβεστική Διάταξη 20/2024 θεωρεί τον καθαρισμό ολοκληρωμένο μόνο εφόσον τα υπολείμματα απομακρυνθούν, δεν προβλέπεται ρητά ότι η αποκομιδή αποτελεί υποχρέωση των δήμων, παρότι στην πράξη οι πολίτες συχνά δεν έχουν άλλη δυνατότητα.
Επιπλέον, παραμένει θολός ο διαχωρισμός αρμοδιοτήτων μεταξύ δήμων και Πυροσβεστικής στους ελέγχους, ενώ, παρά το γεγονός ότι εισάγεται η δυνατότητα υποβολής δήλωσης μέσω Πυροσβεστικής για ηλικιωμένους ή ψηφιακά αδύναμους πολίτες, η εφαρμογή της ρύθμισης εξαρτάται από μελλοντική υπουργική απόφαση.
Συνολικά, το 2026 σηματοδοτεί μια σαφή τομή σε σχέση με όσα ίσχυαν μέχρι σήμερα. Ο καθαρισμός οικοπέδων παύει να είναι μια χαλαρή, ετήσια υποχρέωση και μετατρέπεται σε αυστηρά χρονοθετημένη και πλήρως ελεγχόμενη διαδικασία, με πραγματικό οικονομικό και ποινικό κόστος για όσους δεν συμμορφώνονται. Για τους ιδιοκτήτες, η σύγκριση πριν και μετά είναι ξεκάθαρη: λιγότερα περιθώρια ανοχής, περισσότερη γραφειοκρατική ακρίβεια και λάθη τα οποία, εάν προκύψουν, θα πληρωθούν ακριβότερα.