Η τουριστική περίοδος επιμηκύνεται σταδιακά, με τις μισές εισπράξεις από επισκέπτες εκτός ΕΕ να καταγράφονται εκτός γ’ τριμήνου αναφέρει το ΙΟΒΕ στη νέα του 3μηνιαία μελέτη για την ελληνική οικονομία.
Η Ελλάδα καταγράφει υψηλή εποχικότητα στον εισερχόμενο τουρισμό, ακόμη σε σύγκριση με άλλους μεσογειακούς προορισμούς. Μεγάλο μέρος των αφίξεων και των διανυκτερεύσεων συγκεντρώνεται στο τρίτο τρίμηνο, δημιουργώντας έντονη πίεση στις υποδομές κατά τους θερινούς μήνες και υψηλή εποχικότητα ή υποαπασχόληση παραγωγικών πόρων το υπόλοιπο έτος.
- Διαβάστε ακόμα - Τουρισμός: Με το δεξί ξεκίνησε η σεζόν - Οι πρώτες ενδείξεις και οι προοπτικές για τη συνέχεια
Ωστόσο τα τελευταία χρόνια (2023–2025) παρατηρείται σαφής αύξηση του ποσοστού της τουριστικής κίνησης που κατανέμεται στα τρία υπόλοιπα τρίμηνα, με το σχετικό μερίδιο να υπερβαίνει σταθερά τον ιστορικό μέσο όρο κατά την τελευταία τριετία. Η εξέλιξη αυτή υποδηλώνει ότι η πρόσφατη άνοδος του ελληνικού τουρισμού δεν περιορίζεται μόνο στους μήνες αιχμής, αλλά συνοδεύεται από μεγαλύτερη χρονική διασπορά των ταξιδιών μέσα στο έτος. Παρότι η θερινή περίοδος εξακολουθεί να συγκεντρώνει το μεγαλύτερο μέρος της ζήτησης, η αύξηση της τουριστικής κίνησης εκτός καλοκαιριού αποτελεί μια πρώτη ένδειξη σταδιακής μείωσης της εποχικότητας.

Η ενίσχυση του μεριδίου των τουριστικών εισπράξεων πέραν του γ’ τριμήνου οφείλεται κυρίως στον μεγαλύτερο όγκο αφίξεων εκτός μηνών αιχμής και στη σταδιακή σύγκλιση της μέσης δαπάνης ανά διανυκτέρευση, αλλά όχι σε μεγαλύτερη διάρκεια παραμονής των επισκεπτών. Οι επισκέπτες από χώρες εκτός ΕΕ εμφανίζουν διαχρονικά μεγαλύτερη διασπορά των ταξιδιών τους στα τρίμηνα του έτους σε σχέση με τους επισκέπτες από χώρες της ΕΕ, αναδεικνύοντας τη συμβολή των αφίξεων από χώρες εκτός ΕΕ στην επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου.

Διαχρονικά, η μέση διάρκεια παραμονής εμφανίζει πτωτική τάση και στις δύο περιόδους, αντανακλώντας τη γενικότερη μεταβολή των ταξιδιωτικών προτύπων προς συχνότερα αλλά συντομότερα ταξίδια. Ωστόσο, η μείωση είναι εντονότερη κατά τη θερινή περίοδο, με αποτέλεσμα να περιορίζεται σημαντικά η διαφορά μεταξύ των δύο σειρών. Η σταδιακή σύγκλιση της διάρκειας παραμονής υποδηλώνει ότι οι διαφορές μεταξύ της θερινής και της εκτός αιχμής τουριστικής δραστηριότητας περιορίζονται.
Με άλλα λόγια, η εκτός θερινής περιόδου δεν χαρακτηρίζεται πλέον από σημαντικά διαφορετική ταξιδιωτική συμπεριφορά ως προς τη διάρκεια διαμονής, γεγονός που συνάδει με την εικόνα μιας περισσότερο ισόρροπα κατανεμημένης τουριστικής δραστηριότητας μέσα στο έτος.

Παράλληλα, αναδεικνύεται ότι η μέση δαπάνη ανά διανυκτέρευση έχει ανοδική τάση τα τελευταία χρόνια, με τις αφίξεις εκτός σεζόν να συγκλίνουν σταδιακά με την υψηλότερη μέση δαπάνη ανά διανυκτέρευση που καταγραφόταν παραδοσιακά το τρίτο τρίμηνο. Η σταδιακή επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου αποτυπώνεται και στην κατανομή των τουριστικών εισπράξεων κατά τη διάρκεια του έτους.
Μετά το 2022 παρατηρείται αισθητή αύξηση του μεριδίου των τουριστικών εισπράξεων που πραγματοποιείται εκτός του τρίτου τριμήνου, τόσο για τους επισκέπτες από χώρες της ΕΕ όσο και για εκείνους από χώρες εκτός ΕΕ, γεγονός που υποδηλώνει ενίσχυση της τουριστικής δραστηριότητας κατά τους μήνες εκτός αιχμής. Το 2025 το σχετικό ποσοστό διαμορφώνεται περίπου στο 46% για τις χώρες της ΕΕ και σχεδόν στο 50% για τις χώρες εκτός ΕΕ, τα υψηλότερα επίπεδα της εξεταζόμενης περιόδου.
Παράλληλα, οι επισκέπτες από χώρες εκτός ΕΕ εμφανίζουν διαχρονικά υψηλότερο ποσοστό εισπράξεων εκτός του τρίτου τριμήνου σε σχέση με τους επισκέπτες από την ΕΕ. Κατά την περίοδο 2011–2019, το σχετικό μερίδιο κυμαινόταν περίπου μεταξύ 36%–40% για την ΕΕ και 41%–45% για τις χώρες εκτός ΕΕ, ενώ η πανδημία προκάλεσε πρόσκαιρη υποχώρηση των ποσοστών το 2020 και το 2021, καθώς οι ταξιδιωτικοί περιορισμοί επηρέασαν δυσανάλογα τους μήνες εκτός αιχμής. Η διατήρηση υψηλότερων ποσοστών στις αγορές εκτός ΕΕ υποδηλώνει ότι οι αγορές αυτές παρουσιάζουν διαχρονικά μικρότερη εποχικότητα και μπορούν να συμβάλουν περαιτέρω στην επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου στην Ελλάδα.

Τα στοιχεία της Έρευνας Συνόρων της Τράπεζας της Ελλάδος δείχνουν ότι η αύξηση του μεριδίου της διεθνούς ταξιδιωτικής κίνησης και των τουριστικών εισπράξεων εκτός του τρίτου τριμήνου, σε συνδυασμό με τη σύγκλιση της μέσης διάρκειας παραμονής μεταξύ θερινής και εκτός θερινής περιόδου, συνθέτουν μια συνεπή εικόνα σταδιακής επιμήκυνσης της τουριστικής περιόδου. Η αύξηση των εισπράξεων εκτός μηνών αιχμής παρατηρείται σε μια περίοδο κατά την οποία η μέση διάρκεια παραμονής ακολουθεί πτωτική πορεία.
Συνεπώς, η ενίσχυση του μεριδίου των εισπράξεων πέραν της εκτός θερινής περιόδου οφείλεται κυρίως στον μεγαλύτερο όγκο επισκέψεων και στη σταδιακή σύγκλιση της μέσης δαπάνης ανά διανυκτέρευση, αλλά όχι σε μεγαλύτερη διάρκεια παραμονής των επισκεπτών. Επιπλέον, οι επισκέπτες από χώρες εκτός ΕΕ εμφανίζουν διαχρονικά μεγαλύτερη χρονική διασπορά των τουριστικών εισπράξεων σε σχέση με τους επισκέπτες από χώρες της ΕΕ, αναδεικνύοντας τη συμβολή των αγορών αυτών στην επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου. Συνολικά, τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι η πρόσφατη ανάπτυξη του ελληνικού τουρισμού δεν αποτυπώνεται μόνο στην αύξηση του συνολικού όγκου της δραστηριότητας, αλλά συνοδεύεται και από σταδιακή χρονική διεύρυνση της τουριστικής δραστηριότητας πέραν των μηνών αιχμής.



