Έως το 2008 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε πρακτικά περιορισμένη γνώση για την προώθηση πολιτικών ανάπτυξης των Περιφερειών. Οι αξιολογήσεις και οι σχεδιασμοί βασίζονταν σχεδόν αποκλειστικά και μόνο στην αύξηση μίας παραμέτρου: του ΑΕΠ ανά κάτοικο (GDP per habitant). Και οι περίφημες πολιτικές σύγκλισης ήταν περίπου μετέωρες. Τόσο, που η κριτική που άσκησε τότε στην Επιτροπή το Bruegel π.χ. οδήγησαν τις Βρυξέλλες σε αναθεώρηση της προσέγγισης αυτής και ως συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις, σε αναζήτηση εξειδικευμένης γνώσης.
Ο λόγος στον ΟΟΣΑ
Ήταν, λοιπόν, ο ΟΟΣΑ τότε που διέθετε και τα στελέχη και την τεχνογνωσία του αντικειμένου. Σύντομα εκτός του ΑΕΠ ανά κάτοικο, παράμετροι που σχετίζονταν με την τοπική παραγωγικότητα και τη συσχέτιση τοπικών χαρακτηριστικών αναδείχθηκαν ως σημαντικές. Και -την ώρα που η Ελλάδα οδηγούνταν στην πρωτοφανή οικονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας- οι υπόλοιπες χώρες άρχισαν να διαθέτουν περισσότερα εργαλεία για να περιγράψουν ή και να σχεδιάσουν -κεντρικά και εθνικά- τις αναπτυξιακές τους πολιτικές και τις πολιτικές σύγκλισης των ευρωπαϊκών Περιφερειών.
Σήμερα, 18 χρόνια μετά, η Ελλάδα βρίσκεται περίπου στο σταυροδρόμι της Ευρώπης του 2008. Με το μειονέκτημα της υστέρησης σε χρόνο αλλά και δύο βασικά πλεονεκτήματα: της ενδιάμεσης γνώσης που αποκτήθηκε και κυρίως της αναγκαιότητας σύνταξης του επόμενου Εθνικού Πλάνου της, στο πλαίσιο του επόμενου κοινοτικού προϋπολογισμού. Και επί της αρχής η χώρα μας ήδη έπραξε σωστά. Αναζήτησε τη συνδρομή του ΟΟΣΑ προκειμένου να είναι προετοιμασμένη για την νέα «Ευρώπη των Περιφερειών» και τη διαπραγμάτευση του επόμενου Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου (ΠΔΠ) που επιτάσσει αυτή τη φορά η ανάπτυξη της Περιφέρειας να είναι στοχευμένα αναπτυξιακή.
Τεχνική βοήθεια από τον ΟΟΣΑ
Κάθε έκθεση από ανθρώπους με εξειδίκευση και γνώση ενός τομέα, συνήθως αντιμετωπίζεται αρνητικά από την πλειοψηφία όσων έχουν τοπικά και υπερτοπικά συμφέροντα. Είναι μάλλον κοινοτυπία να ισχυριστούμε ότι το «εγώ» υπερισχύει του «εμείς» στην Ελλάδα, σε περιόδους κανονικότητας. Είναι όμως απολύτως πραγματική η διαπίστωση. «Τι μπορούν να γνωρίζουν οι ξένοι ειδικοί»; «Ξέρουν αυτοί τον τόπο μας και την αξία του καλύτερα από εμάς»; Αυτές είναι μόνο μερικές από τις αφελείς ή σκόπιμες παλαβομάρες που διακινούνται επιτυχώς προκειμένου να υπερασπιστούν μικρά και μεγαλύτερα συμφέροντα. Αυτό που πρακτικά επιτυγχάνουν είναι να μην ευθυγραμμιστούν ποτέ τρεις βασικές ανάγκες-προϋποθέσεις ανάπτυξης κάθε μικρού και μεγάλου τόπου. Οι οποίες πηγάζουν από τρία διαφορετικά σημεία διαχείρισης.
Η πολιτική προϋπόθεση της κεντρικής διακυβέρνησης
Κάθε κυβέρνηση έχει ως στόχο την πολιτική της επιβίωση και ως καθήκον το σχεδιασμό που θα αναδείξει κάθε τοπική και υπερτοπική οικονομία και κοινωνία. Στη σημερινή συγκυρία -προφανώς και εύλογα- η κυβέρνηση επιθυμεί την επανεκλογή της κυβερνώσας παράταξης στις επόμενες εκλογές. Παράλληλα, όμως, καλείται να παραδώσει εντατικά μαθήματα «κοινοτικού προϋπολογισμού» στους τοπικούς φορείς που ως Ευρωπαϊκή Ένωση έμαθαν να καταγράφουν τα κονδύλια του ΕΣΠΑ και των υπόλοιπων κοινοτικών προγραμμάτων συμπεριλαμβανομένου του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου. Σύντομα η ελληνική Κυβέρνηση θα κληθεί να καταρτίσει το επόμενο εθνικό της πλάνο, το οποία οφείλει να συμπεριλαμβάνει τα αντίστοιχα περιφερειακά πλάνα της χώρας. Ήδη στο επίπεδο του λεγόμενου επιτελικού κράτους, αυτή η προσπάθεια έχει ξεκινήσει. Και καλώς. Το πού θα οδηγήσει είναι ζητούμενο.
Τα άλλα δύο σημεία: Περιφέρειες και δήμοι
Με μια λέξη… «αγκάθι». Δεν είναι μόνο οι 13 περιφέρειες -που στην πραγματικότητα θα έπρεπε να είναι τρεις βάσει εθνικών μας χαρακτηριστικών- που καλούνται να συμμετέχουν στην κατάρτιση πλάνων. Κάθε μικρός και μεγάλος δήμος καταρτίζει τα δικά του πλάνα προκειμένου να ενταχθούν σε υπερτοπικό επίπεδο. Με όρους αναπτυξιακού σχεδιασμού αυτό οδηγεί συνήθως σε μία προφανή και συχνά αναπόφευκτη κατάσταση: μύλος. Δεν είναι ότι οι τοπικοί άρχοντες δε γνωρίζουν τη δυναμική ή τα χαρακτηριστικά του τόπου τους. Είναι ότι τους είναι πολιτικά αδιάφορο αν μεσοπρόθεσμα οι ψηφοφόροι τους θα ζουν λίγο καλύτερα. Γιατί έως τότε δε θα είναι ψηφοφόροι τους. Συνεπώς, για αυτούς, η ανάπτυξη σχετίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο… ΑΕΠ ανά κάτοικο και στην αύξηση του τζίρου των τοπικών επιχειρήσεων (κυρίως μικρών με περιορισμένες δυνατότητες και μηδαμινή αναπτυξιακή δυναμική).
Η ευκαιρία του ΟΟΣΑ
Για την ακρίβεια, άλλη μία ευκαιρία μέσω ΟΟΣΑ που πιθανότατα θα καταλήξει ημι-εφαρμοσμένη όπως οι περίφημες εργαλειοθήκες του. Η Ελλάδα έπραξε το αυτονόητο. Ζήτησε -και πληρώνει- τους πλέον αναγνωρισμένους ειδικούς ώστε να τη βοηθήσουν σε δύο κατευθύνσεις: Πώς να κάνει ουσιαστικά αναπτυξιακό τοπικό και υπερτοπικό σχεδιασμό -και να συμπεριλάβει τους τοπικούς φορείς σε αυτόν- και κυρίως πώς να εντάξει το σχεδιασμό αυτό στην ευρωπαϊκή διαπραγμάτευση του επόμενου κοινοτικού προϋπολογισμού 2028-2034.
Η εμπειρία υποδεικνύει ότι πρόκειται για ακόμα μία προσπάθεια που θα εφαρμοστεί επιλεκτικά και ως έναν βαθμό. Αυτό που αλλάζει στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι η προσπάθεια αυτή εντάσσεται σε ένα νέο πλαίσιο χρηματοδοτήσεων το οποίο η χώρα καλείται να το εφαρμόσει άμεσα και αποτελεσματικά. Για αναπτυξιακούς αλλά και για… πολιτικούς λόγους.
Ο ΟΟΣΑ αναμένεται να ολοκληρώσει και να παραδώσει στη χώρα την Έκθεσή του τον ερχόμενο χειμώνα. Και αν κάποιος μπορούσε να περιγράψει από τώρα μερικά από τα βασικά χαρακτηριστικά της, αυτά θα συμπεριλάμβαναν:
- την αναγκαιότητα να υποστηριχθεί η παραγωγικότητα ανά κάτοικο και όχι μόνο το πατροπαράδοτο κατά κεφαλήν ΑΕΠ. Για τη χώρα μας, μάλιστα, αυτό μπορεί να αποδειχθεί επωφελές αν συνυπολογίσει κανείς ότι υπάρχει τεράστια βραχυπρόθεσμη δυναμική του πρωτογενούς τομέα (low hanging fruits).
- την ανάγκη κεντρικού συντονισμού. Αυτό έχει βαφτιστεί ως «επιτελικό κράτος» και έχει δεχθεί πολλά πολιτικά πυρά. Ωστόσο, ο συντονισμός είναι απαραίτητος. Η ανάπτυξη των περιφερειών αποτελεί (και) ζήτημα κεντρικού συντονισμού. Αναπτύσσοντας κανείς π.χ. τις βασικές υποδομές σε κάθε τόπο δεν εξασφαλίζει αυτόματα την ανάπτυξή του. Για να αποδώσουν οι αυτοκινητόδρομοι μίας περιφέρειας, σε κάποια άλλη πρέπει να υποστηριχθεί η καινοτομία και η εκπαίδευση και σε μία τρίτη η βιομηχανία πρώτων υλών. Δίχως κεντρικό συντονισμό, αυτό είναι ανέφικτο.
- την αναγκαιότητα συντονισμού περιφερειών και δήμων. Τα περιφερειακά πλάνα και τα τοπικά πλάνα των δήμων δεν μπορούν παρά να οδηγούν προς την ίδια κατεύθυνση. Αυτό δεν είναι ούτε αυτονόητο ούτε πολιτικά εύκολο. Για την ακρίβεια, σήμερα αποτελεί πρόβλημα.
Σε μία περίοδο που η περιφερειακή ανάπτυξη στην Ευρώπη περνά μάλλον ταυτοτική κρίση, η Ελλάδα ίσως έχει μία πρωτοφανή ευκαιρία. Να μετατρέψει αυτήν την κρίση σε ευκαιρία, με ευρωπαϊκούς όρους του 2008. Κανείς δεν είναι βέβαιος ότι θα το πράξει καθώς οι Έλληνες, εκτός περιόδων κρίσης, έχουν μάθει να λειτουργούν εμπροσθοβαρώς με το «εγώ» έναντι του «εμείς». Η ευκαιρία πάντως υπάρχει. Μαζί με την τεχνογνωσία και την εξειδίκευση.
Διαβάστε περισσότερα άρθρα της στήλης ΑΘΗΝΑ-ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ
Ακολουθήστε το insider.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.