Η παραδοχή του Τραμπ πως ένας λόγος για τον οποίο υπέγραψε την ειρηνευτική συμφωνία με το Ιράν ήταν ο κίνδυνος μίας παγκόσμιας οικονομικής κατάρρευσης, αποκαλύπτει μία βασική αδυναμία των ΗΠΑ, ενόψει και των νεών συνομιλιών με την Τεχεράνη.
Το μνημόνιο κατανόησης που υπέγραψε ο Τραμπ την Τετάρτη, ξανάνοιξε τα Στενά του Ορμούζ και εφάρμοσε εξαιρέσεις από κυρώσεις στις πωλήσεις πετρελαίου του Ιράν στη διεθνή αγορά. Το αποτέλεσμα φάνηκε αμέσως: η τιμή του πετρελαίου υποχώρησε και οι αμερικανικές μετοχές ενισχύθηκαν, πράγματα τα οποία επισήμανε και ο Τραμπ από το Παρίσι αυτή την εβδομάδα.
«Δεν ήθελα να δω οικονομική καταστροφή. Αν συνέχιζα, θα μπορούσε να είχε γίνει», σημείωσε.
Η παραδοχή αυτή ωστόσο, υπονομεύει τη διαπραγματευτική θέση των ΗΠΑ καθώς οι δύο πλευρές ετοιμάζονται να συναντηθούν την Κυριακή στην Ελβετία. Όπως ορίζει η συμφωνία, έχουν 60 ημέρες να καταλήξουν σε μία οριστική συμφωνία για την επιβολή περιορισμών στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και τη χορήγηση οικονομικής ανακούφισης στη χώρα.
Η γνώση ότι ο Τραμπ είναι απρόθυμος να ξαναρχίσει τη στρατιωτική εκστρατεία και ως εκ τούτου, να προκαλέσει νέα οικονομική αναταραχή μειώνει την πίεση που ασκείται στο Ιράν να τερματίσει γρήγορα τις συνομιλίες.
«Συνολικά, τα 14 σημεία του Μνημονίου Συνεργασίας (MOU) τοποθετούν την Τεχεράνη σε ισχυρή διαπραγματευτική θέση, καθώς οι δύο πλευρές εξετάζουν το πυρηνικό ζήτημα», δήλωσε ο Κρις Κένεντι, επικεφαλής του τμήματος οικονομικής διπλωματίας της Bloomberg Economics και πρώην αξιωματούχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ.



