Ένας νέος και ιδιαίτερα επικίνδυνος γύρος συγκρούσεων ανέδειξε τις βαθιές και διαρκώς διευρυνόμενες διαφωνίες μεταξύ του Ισραήλ και των ΗΠΑ σχετικά με τον Λίβανο, τη στιγμή που ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ προσπαθεί να διασώσει μια συμφωνία για τον τερματισμό του ευρύτερου πολέμου με το Ιράν.
Η Τεχεράνη έχει θέσει ως προϋπόθεση για μια τέτοια συμφωνία τον τερματισμό των εχθροπραξιών στον Λίβανο μεταξύ του Ισραήλ και της Χεζμπολάχ. Το Ιράν κλιμάκωσε περαιτέρω την πίεση την Κυριακή το βράδυ, εκτοξεύοντας κύματα πυραύλων εναντίον του Ισραήλ, αφού το τελευταίο επιτέθηκε στο προπύργιο της Χεζμπολάχ στα νότια προάστια της Βηρυτού.
Παρά τις προσπάθειες του Τραμπ να αποκλιμακώσει την ένταση, το Ισραήλ ανταπέδωσε πλήττοντας στόχους στο Ιράν, μεταξύ των οποίων και μια σημαντική πετροχημική εγκατάσταση, διευρύνοντας έτσι τον κύκλο των επιθέσεων. Η Τεχεράνη προειδοποίησε ότι η σύγκρουση θα μπορούσε να επεκταθεί και σε ενεργειακές υποδομές σε ολόκληρη την περιοχή.
Ο Τραμπ παρενέβη καλώντας Ισραήλ και Ιράν να σταματήσουν αμέσως την ανταλλαγή πυρών, ενώ η Τεχεράνη ανακοίνωσε τον τερματισμό των στρατιωτικών της επιχειρήσεων κατά του Ισραήλ.
Σύμφωνα με πρόσωπα που γνωρίζουν το παρασκήνιο, ο Αμερικανός πρόεδρος ενημερωνόταν συνεχώς καθ’ όλη τη διάρκεια της Κυριακής καθώς κλιμακώνονταν οι εντάσεις μεταξύ Ισραήλ, Χεζμπολάχ και Ιράν. Παράλληλα, είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον πρωθυπουργό Μπέτζαμιν Νετανιάχου πριν από τα ισραηλινά αντίποινα κατά του Ιράν.
Το καλοκαίρι του 2006 ξέσπασε ο πόλεμος Ισραήλ–Χεζμπολάχ, ο οποίος διήρκεσε 34 ημέρες και προκάλεσε χιλιάδες θύματα και εκτεταμένες καταστροφές στον Λίβανο. Παρά την κατάπαυση του πυρός, οι εντάσεις δεν εξαλείφθηκαν ποτέ.
Μετά την επίθεση της Χαμάς στο Ισραήλ τον Οκτώβριο του 2023, η Χεζμπολάχ άνοιξε νέο μέτωπο στα σύνορα με το Ισραήλ σε ένδειξη στήριξης προς τη Γάζα. Οι συγκρούσεις κλιμακώθηκαν το 2024 και το 2025.
Οι διαφωνίες περιπλέκουν τις ειρηνευτικές συνομιλίες
Το ρήγμα μεταξύ Ουάσιγκτον και Ιερουσαλήμ έχει καταστήσει πιο δύσκολες τις συνεχιζόμενες διαπραγματεύσεις για την ειρήνη και έχει δώσει στο Ιράν μεγαλύτερα περιθώρια να υπερασπιστεί επιθετικότερα τον λιβανέζικο σύμμαχό του, ο οποίος αποτελεί μέρος του λεγόμενου «Άξονα της Αντίστασης» της Τεχεράνης.
«Το Ιράν αισθάνεται σχετικά άνετα, επειδή θεωρεί ότι οι ΗΠΑ και το Ισραήλ δεν είναι ευθυγραμμισμένα στο ζήτημα του Λιβάνου», δήλωσε στη WSJ ο Όφερ Γκούτερμαν, ανώτερος ερευνητής στο Institute for National Security Studies του Τελ Αβίβ.
Όπως εξήγησε, η ισραηλινή κυβέρνηση επιθυμεί να διατηρήσει τη χρήση στρατιωτικής ισχύος προκειμένου να επιτύχει τους στόχους της τόσο στον Λίβανο όσο και στο Ιράν, ενώ η κυβέρνηση Τραμπ ακολουθεί διαφορετική προσέγγιση.
Οι εντάσεις μεταξύ των δύο συμμάχων εξελίσσονται σε καθοριστικό χαρακτηριστικό της τρέχουσας φάσης του πολέμου, σε αντίθεση με την πρωτοφανή συνεργασία που χαρακτήριζε την έναρξη της σύγκρουσης.
Παρότι οι στρατιωτικές δυνάμεις των δύο χωρών εξακολουθούν να συνεργάζονται στενά, οι πολιτικές πιέσεις ενόψει εκλογών ωθούν τον Τραμπ και τον Νετανιάχου σε μεγαλύτερη απόσταση.
Το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα του Τραμπ εισέρχεται σε εκλογική περίοδο αντιμετωπίζοντας έναν αντιδημοφιλή πόλεμο και ψηφοφόρους που ανησυχούν για την άνοδο των τιμών των καυσίμων. Την ίδια στιγμή, ο Νετανιάχου δέχεται επικρίσεις τόσο από αντιπάλους όσο και από συμμάχους του κυβερνητικού συνασπισμού επειδή επιτρέπει στις ΗΠΑ να επηρεάζουν αποφάσεις που θεωρούνται ζωτικής σημασίας για την ασφάλεια του Ισραήλ.
Το πολιτικό δίλημμα Νετανιάχου
Η συνέχιση των στρατιωτικών επιχειρήσεων, παρά τις δημόσιες παραινέσεις του Τραμπ, δημιουργεί ένα σοβαρό πολιτικό δίλημμα για τον Νετανιάχου.
Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός διεκδικεί την επανεκλογή του στις εκλογές του φθινοπώρου προβάλλοντας το επιχείρημα ότι είναι ο πλέον ικανός να προστατεύσει τη χώρα από τους πολυάριθμους εχθρούς της και ότι η ιδιαίτερη σχέση του με τον Αμερικανό πρόεδρο αποτελεί βασικό πλεονέκτημα.
Ο ίδιος συχνά παρουσιάζει τη σχέση του με τον Τραμπ ως στρατηγική συνεργασία. Ο Αμερικανός πρόεδρος, όμως, φαίνεται να την αντιλαμβάνεται διαφορετικά.
Σε συνέντευξή του στους Financial Times το Σαββατοκύριακο, ο Τραμπ δήλωσε ότι ο Νετανιάχου «δεν θα έχει άλλη επιλογή» από το να αποδεχθεί οποιαδήποτε συμφωνία διαπραγματευτούν οι ΗΠΑ.
Μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που αντιμετωπίζει τώρα ο Νετανιάχου είναι η αυξανόμενη κριτική, την οποία εκφράζουν πολυάριθμοι πολιτικοί της αντιπολίτευσης, ότι η συμμαχία του με τις ΗΠΑ έχει γίνει υπερβολικά στενή και ότι το Ισραήλ κινδυνεύει να μετατραπεί σε κράτος-υποτελή, ανίκανο να λαμβάνει ανεξάρτητες αποφάσεις για την ασφάλειά του.
Ο πρώην πρωθυπουργός Ναφτάλι Μπένετ, ο οποίος εμφανίζεται ιδιαίτερα ισχυρός στις δημοσκοπήσεις, κατηγόρησε την περασμένη εβδομάδα την κυβέρνηση ότι έχει «χάσει τον έλεγχο της ισραηλινής κυριαρχίας».
Το Ισραήλ επιδιώκει να συνεχίσει την πίεση
Το Ισραήλ εμφανίζεται αποφασισμένο να συνεχίσει τις επιχειρήσεις κατά της Χεζμπολάχ και του Ιράν, με στόχο τη μείωση των στρατιωτικών τους δυνατοτήτων.
Η Χεζμπολάχ, η οποία φαινόταν σοβαρά αποδυναμωμένη μετά τον τελευταίο πόλεμο με το Ισραήλ το 2024, έχει ανακάμψει αξιοποιώντας νέες τεχνολογίες, όπως τηλεκατευθυνόμενα drones μέσω, που έχουν προκαλέσει απώλειες στις ισραηλινές δυνάμεις, ενώ παράλληλα δείχνει ανανεωμένη διάθεση για σύγκρουση.
Σύμφωνα με τη WSJ, ο Νετανιάχου βρισκόταν πριν από μία εβδομάδα κοντά στην έγκριση μεγάλης κλίμακας επίθεσης κατά της Χεζμπολάχ στη Βηρυτό, όταν ο Τραμπ παρενέβη μέσω δύο έντονων τηλεφωνικών συνομιλιών για να την αποτρέψει.
Οι ηγέτες του Ισραήλ και του Λιβάνου είχαν ανακοινώσει συμφωνία σύμφωνα με την οποία η Βηρυτός δεν θα αποτελούσε στόχο εφόσον η Χεζμπολάχ δεν επιτιθόταν σε ισραηλινές πόλεις. Αργότερα, το αμερικανικό Υπουργείο Εξωτερικών γνωστοποίησε ότι οι δύο χώρες συμφώνησαν σε κατάπαυση του πυρός υπό τον όρο ότι η Χεζμπολάχ θα σταματούσε τις επιθέσεις και θα αποσυρόταν από περιοχές κοντά στα σύνορα.
Ωστόσο, οι συμφωνίες αυτές δεν κατάφεραν να σταματήσουν τις συγκρούσεις, οι οποίες συνεχίστηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια της εβδομάδας. Αφού ο ισραηλινός στρατός ανακοίνωσε ότι η Χεζμπολάχ εκτόξευσε ρουκέτες προς το βόρειο Ισραήλ το Σαββατοκύριακο, ο Νετανιάχου διέταξε την επίθεση σε εγκατάσταση που χαρακτήρισε αρχηγείο της οργάνωσης στα νότια προάστια της Βηρυτού.
Ο Νετανιάχου καλείται πλέον να αποφασίσει εάν θα αψηφήσει για άλλη μία φορά τον Τραμπ, ρισκάροντας την οργή του αλλά ικανοποιώντας ένα σημαντικό τμήμα του εκλογικού σώματος, ή εάν θα συμμορφωθεί με τις αμερικανικές πιέσεις, διακινδυνεύοντας πολιτικό κόστος στο εσωτερικό.
Διαφορετικοί στόχοι για τον πόλεμο
Σύμφωνα με τον Ντάνι Τσιτρινόβιτς, πρώην αξιωματούχο των ισραηλινών στρατιωτικών πληροφοριών και ερευνητή του Ινστιτούτου Εθνικών Μελετών Ασφάλειας, οι διαφωνίες για τον Λίβανο αντικατοπτρίζουν τις διαφορετικές επιδιώξεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ.
Ο Τραμπ επιδιώκει τον τερματισμό του πολέμου μέσω συμφωνίας που θα μειώσει τις πιέσεις στις αγορές πετρελαίου και στους καταναλωτές παγκοσμίως. Αντίθετα, το Ισραήλ εξακολουθεί να ελπίζει ότι η σύγκρουση μπορεί να καταλήξει σε κάποια μορφή υποχώρησης ή συνθηκολόγησης του Ιράν.
Την ίδια στιγμή, το ιρανικό καθεστώς εμφανίζεται πιο σίγουρο για τις δυνατότητές του, έχοντας επιβιώσει από τις αμερικανικές και ισραηλινές επιθέσεις. Εκεί που παλαιότερα χρησιμοποιούσε συμμάχους όπως η Χεζμπολάχ για να αποφεύγει την άμεση αντιπαράθεση με το Ισραήλ, πλέον εμπλέκεται απευθείας στη σύγκρουση για να προστατεύσει τους συμμάχους του.
Ο Εσφαντιάρ Μπατμανγκελιντζ, επικεφαλής του οικονομικού ερευνητικού οργανισμού Bourse & Bazaar Foundation, εκτιμά ότι το Ιράν χρησιμοποιεί το ζήτημα του Λιβάνου ως δοκιμασία της αξιοπιστίας των αμερικανικών εγγυήσεων ασφαλείας στις συνεχιζόμενες διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό του πολέμου.
«Θέλουν να διαπιστώσουν εάν ο Τραμπ μπορεί να συγκρατήσει το Ισραήλ στην ίδια του τη γειτονιά», δήλωσε στη WSJ. «Αν μπορέσει να το κάνει, τότε ίσως μπορέσει και να προστατεύσει μια πιθανή συμφωνία με το Ιράν από μελλοντικές ισραηλινές παρεμβάσεις ή υπονόμευση».
Η στρατηγική του Ιράν
Ορισμένοι Ισραηλινοί αναλυτές θεωρούν ότι το Ιράν επιδιώκει να διευρύνει το χάσμα μεταξύ Τραμπ και Νετανιάχου μέσω του μετώπου του Λιβάνου, όπου οι ισραηλινές επιχειρήσεις έχουν προκαλέσει χιλιάδες θανάτους και τον εκτοπισμό περισσότερων από ένα εκατομμύριο ανθρώπων.
Η λογική της Τεχεράνης, σύμφωνα με το Βloomberg, είναι ότι όταν το Ισραήλ επιτίθεται, το Ιράν απαντά άμεσα, ελπίζοντας ότι οι ΗΠΑ θα πιέσουν το Ισραήλ να περιορίσει τις επιχειρήσεις του ώστε να διασφαλιστεί μια συνολική συμφωνία για τον τερματισμό του πολέμου.
Η πρόσφατη κλιμάκωση με τη Χεζμπολάχ έδωσε στο Ιράν την ευκαιρία να δοκιμάσει αυτή την υπόθεση.
Προς το παρόν, η στρατηγική αυτή δεν φαίνεται να έχει αποδώσει. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το Ισραήλ κερδίζει.



