Οι οικονομολόγοι αναθεώρησαν προς τα πάνω τις προβλέψεις για την ανάπτυξη της αμερικανικής οικονομίας το γ΄ τρίμηνο, σε μία κίνηση που αντανακλά τις αυξημένες καταναλωτικές δαπάνες αλλά και ιδιωτικές επενδύσεις στις οποίες περιλαμβάνονται και οι κεφαλαιουχικές δαπάνες στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης.
Σύμφωνα με την τελευταία μηνιαία έρευνα του Bloomberg, το ΑΕΠ των ΗΠΑ εκτιμάται πλέον ότι θα αυξηθεί με ετήσιο ρυθμό 2,5% το γ' τρίμηνο, έναντι 2% στην προηγούμενη έρευνα. Οι προβλέψεις για το τριμηνιαίο ΑΕΠ έως το τέλος του 2027 παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό αμετάβλητες και διαμορφώνονται μεταξύ 2%-2,2%.
Επιπλέον, οι οικονομολόγοι αναπροσάρμοσαν ελάχιστα τις προσδοκίες τους για τον πληθωρισμό του επόμενου έτους. Ο δείκτης προσωπικών καταναλωτικών δαπανών (PCE) εξαιρουμένων των τιμών τροφίμων και ενέργειας, αναμένεται να διαμορφωθεί κατά μέσο όρο στο 3,2% φέτος, πριν αποκλιμακωθεί σε 2,5% κατά μέσο όρο το 2027.
Καθώς ο δομικός PCE δείχνει ότι ο πληθωρισμός υποχωρεί οι οικονομολόγοι αναμένουν ότι η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) θα διατηρήσει τα επιτόκια αμετάβλητα έως και τον Ιούλιο του επόμενου έτους.
«Οι επενδύσεις που σχετίζονται με την τεχνολογία και την τεχνητή νοημοσύνη αποτελούν τον βασικό παράγοντα που οδηγεί σε υψηλότερες κεφαλαιουχικές δαπάνες των επιχειρήσεων, ενώ οι δαπάνες των νοικοκυριών υψηλού εισοδήματος ευθύνονται κατά κύριο λόγο για την αύξηση των καταναλωτικών δαπανών», δήλωσε ο James Knightley, επικεφαλής οικονομολόγος της ING.
Σύμφωνα με αναλυτές του Bloomberg Industry, οι συνολικές κεφαλαιουχικές δαπάνες που σχετίζονται με την τεχνητή νοημοσύνη ενδέχεται να ξεπεράσουν το 1 τρισ. δολάρια φέτος και τα 1,5 τρισ. δολάρια το 2027.
«Τα πιο ήπια στοιχεία για την αγορά εργασίας και τον πληθωρισμό, καθώς και η αίσθηση ότι ο νέος πρόεδρος της Fed, Κέβιν Γουόρς είναι λιγότερο διατεθειμένος να αυξήσει τα επιτόκια, έχουν οδηγήσει σε πιο συγκρατημένες εκτιμήσεις, με μια αύξηση επιτοκίων τον Σεπτέμβριο να θεωρείται πλέον πιθανότητα μικρότερη του 50%», πρόσθεσε ο Knightley.
Μια κλιμάκωση του πολέμου στο Ιράν αποτελεί κίνδυνο για τις οικονομικές προοπτικές, καθώς απειλεί να οδηγήσει σε υψηλότερες τιμές πετρελαίου και καταναλωτικών αγαθών, ενώ παράλληλα θα μπορούσε να επιβαρύνει την οικονομική ανάπτυξη. Με τον πληθωρισμό να βρίσκεται ήδη πάνω από τον στόχο του 2% της Fed, ένα παρατεταμένο σοκ στην προσφορά θα δυσκόλευε ακόμη περισσότερο το έργο των υπευθύνων χάραξης νομισματικής πολιτικής.
Τέλος, οι οικονομολόγοι μείωσαν τις εκτιμήσεις τους για τη μέση μηνιαία αύξηση των θέσεων εργασίας φέτος στις 66.000, ενώ προβλέπουν παρόμοιο ρυθμό αύξησης της απασχόλησης και το 2027.
Η έρευνα του Bloomberg μεταξύ έως και 85 οικονομολόγων πραγματοποιήθηκε από τις 14 έως τις 19 Αυγούστου.



