Σε τεντωμένο σχοινί βαδίζει ο προϋπολογισμός, παρ' ότι τα οριστικά στοιχεία του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών για το πρώτο εξάμηνο του 2026 δείχνουν υπέρβαση στο πρωτογενές πλεόνασμα κατά 2,5 δισ., έναντι του στόχου που είχε τεθεί στο α΄εξάμηνο.
Πίσω από τον εντυπωσιακό αριθμό κρύβεται μια πιο ζοφερή εικόνα: Η ακρίβεια «φουσκώνει» ορισμένα φορολογικά έσοδα, την ίδια στιγμή που στραγγαλίζει την κατανάλωση και πλήττει νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Ο Ιούνιος «έσωσε» τους στόχους
Ο πρώτος μήνας του καλοκαιριού και του τουρισμού έδωσε «ανάσα» στα κρατικά ταμεία, με τα έσοδα από ΦΠΑ τον Ιούνιο του 2026 να ξεπερνούν τον στόχο κατά 229 εκατ. ευρώ και τα έσοδα φόρων εισοδήματος να είναι αυξημένα κατά 139 εκατ. ευρώ. Τα ίδια στοιχεία του υπουργείου Οικονομικών δείχνουν το μεγάλο πλήγμα που έχει επιφέρει στους πολίτες αλλά και στα δημόσια έσοδα η ακρίβεια.
Τα στοιχεία δείχνουν πως αν ο Ιούνιος κινούνταν στον ρυθμό των προηγούμενων μηνών, τα φορολογικά έσοδα του εξαμήνου θα ήταν «ίσα βάρκα-ίσα νερά» με τους στόχους του προϋπολογισμού, περιορίζοντας σημαντικά τα περιθώρια της κυβέρνησης για εξαγγελίες στη ΔΕΘ.
Στο σύνολο του εξαμήνου, τα φορολογικά έσοδα (εξαιρώντας έκτακτες εγγραφές όπως η σύμβαση παραχώρησης της Εγνατίας Οδού και το τίμημα του καζίνο Ελληνικού) ανήλθαν σε 33,4 δισ. ευρώ, σημειώνοντας υπέρβαση κατά 584 εκατ. ευρώ ή 1,8% έναντι του στόχου. Το «μαξιλάρι» αυτό όμως δεν προέρχεται από γενική άνθηση της οικονομίας, αλλά κυρίως από τον ΦΠΑ - και εκεί ακριβώς κρύβεται η παγίδα.
Η ακρίβεια «γεμίζει» το ταμείο, αλλά αδειάζει τα ράφια
Τα έσοδα από ΦΠΑ διαμορφώθηκαν στα 14,6 δισ. ευρώ, με την "καθαρή" υπέρβαση έναντι στόχου να φτάνει τα 573 εκατ. ευρώ. Το μισό δισ. (και πλέον) της υπέρβασης που καταγράφεται στο εξάμηνο όμως, δεν αντανακλά αύξηση της κατανάλωσης. Αντίθετα, οφείλεται κυρίως στις ανατιμήσεις: όσο ακριβαίνουν τα προϊόντα, τόσο περισσότερος ΦΠΑ εισπράττεται, ακόμη κι αν οι Έλληνες αγοράζουν λιγότερα.
Αυτό αποκαλύπτεται στους Ειδικούς Φόρους Κατανάλωσης (ΕΦΚ), οι οποίοι επιβάλλονται ανά μονάδα προϊόντος και όχι επί της αξίας και, άρα, δεν επηρεάζονται από την ακρίβεια, αλλά μόνο από τον πραγματικό όγκο πωλήσεων. Εκεί, η εικόνα είναι ανησυχητική: τα έσοδα ΕΦΚ στο εξάμηνο ανήλθαν σε 3,223 εκατ. ευρώ, μειωμένα κατά 233 εκατ. ευρώ έναντι στόχου.
Καύσιμα: Πτώση-ρεκόρ 10% στις πωλήσεις
Η πιο εμφατική απόδειξη της κάμψης βρίσκεται στα καύσιμα. Οι ΕΦΚ καυσίμων, που επιβάλλονται ανά λίτρο, κατέγραψαν υστέρηση 10,4% στο εξάμηνο σε σχέση τόσο με τους στόχους όσο και με το αντίστοιχο διάστημα του 2025. Το δημόσιο εισέπραξε μόλις 1,822 δισ. ευρώ από ΕΦΚ καυσίμων, δηλαδή 211 εκατ. ευρώ λιγότερα από τα 2,033 δισ. ευρώ που είχε εισπράξει πέρυσι την ίδια περίοδο. Το υπουργείο Οικονομικών είχε προϋπολογίσει ότι θα εισέπραττε τουλάχιστον τα περσινά έσοδα, αλλά δεν προέβλεψε τη ραγδαία πτώση της κατανάλωσης καυσίμων, που λειτουργεί ως «βαρόμετρο» της πραγματικής οικονομικής δραστηριότητας, δηλαδή σε μεταφορές, εμπόριο, καθημερινές μετακινήσεις.
Η «τρύπα» μάλιστα θα ήταν πολύ μεγαλύτερη αν ο Ιούνιος δεν είχε καταγράψει τη μικρότερη υστέρηση της χρονιάς (μόλις 9 εκατ. ευρώ), έναντι απωλειών που έφταναν τα 20 ή 50 ή και 129 εκατ. ευρώ σε προηγούμενους μήνες. Ούτε ο ΦΠΑ από τα καύσιμα σώζει την εικόνα: παρά τις ανατιμήσεις, τα έσοδα που εισπράττει το δημόσιο παραμένουν στα περσινά επίπεδα, ακριβώς επειδή η πτώση του όγκου πωλήσεων «εξουδετερώνει» το όφελος από τις υψηλότερες τιμές για τα κρατικά ταμεία.
Μόνο η απασχόληση δείχνει ανάπτυξη
Η μοναδική κατηγορία εσόδων που αντανακλά πραγματική οικονομική δραστηριότητα και όχι απλώς τιμολογιακό αποτέλεσμα είναι οι άμεσοι φόροι εισοδήματος. Τα έσοδα φόρων εισοδήματος στο εξάμηνο ανήλθαν σε 10,9 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 147 εκατ. ευρώ έναντι στόχου, με τον Φόρο Εισοδήματος Φυσικών Προσώπων να «τραβάει» την αύξηση κατά 311 εκατ. ευρώ. Αυτό συνδέεται άμεσα με την αύξηση της απασχόλησης και τους περισσότερους μισθωτούς που πληρώνουν φόρο. Αν και το στοιχείο αυτό αντανακλά πραγματική -όχι πλασματική- ανάπτυξη, τα επιπλέον εισοδήματα των νοικοκυριών εξανεμίζονται από την ακρίβεια και τους αυξημένους -λόγω ανατιμήσεων- έμμεσους φόρους κατανάλωσης.
Παρόλο που τα δημόσια έσοδα αντέχουν, η υπέρβαση εισπράξεων των 573 εκατ. ευρώ από ΦΠΑ δεν αρκεί για να αντισταθμίσει τη δραματική πτώση κατανάλωσης που περιγράφουν οι ΕΦΚ. Αντιθέτως αντανακλούν την εικόνα μιας οικονομίας όπου νοικοκυριά και επιχειρήσεις καταναλώνουν λιγότερο, μετακινούνται λιγότερο και πληρώνουν όλο και περισσότερο για τα ίδια αγαθά -ή και λιγότερα- ενώ το κράτος εισπράττει περισσότερα, όχι όμως πλέον μόνον επειδή η οικονομία μεγαλώνει, αλλά επειδή η ακρίβεια αυξάνει τη φορολογική βάση επί της αξίας στην οποία επιβάλλονται οι έμμεσοι φόροι.



