Το ζήτημα των αδικαιολόγητα διαφορετικών τιμών σε παρόμοια ή ίδια προϊόντα και ο αντίκτυπός τους στην αγοραστική δύναμη των καταναλωτών και την ενιαία αγορά, ήταν στο επίκεντρο της κοινής επιστολής-πρωτοβουλίας του Δημήτρη Τσιόδρα προς τους Εκτελεστικούς Αντιπροέδρους της Κομισιόν, Teresa Ribera, Stéphane Séjourné και τον Επίτροπο Michael McGrath.
Στην επιστολή, την οποία συνυπογράφουν 21 Ευρωβουλευτές από 5 πολιτικές Ομάδες του Ευρωκοινοβουλίου και 16 χώρες της ΕΕ που αντιμετωπίζουν παρόμοιο πρόβλημα (Αυστρία, Βέλγιο, Βουλγαρία, Δανία, Ελλάδα, Ισπανία, Κροατία, Μάλτα, Λιθουανία, Λουξεμβούργο, Ολλανδία, Πολωνία, Πορτογαλία, Ρουμανία, Σλοβενία, Τσεχία), οι Ευρωβουλευτές εκφράζουν τις έντονες ανησυχίες τους σχετικά με τον αντίκτυπο των γεωγραφικών εφοδιαστικών περιορισμών (TSCs), ένα ζήτημα που παρατηρείται κυρίως σε μικρές και μεσαίες αγορές και καλούν την Κομισιόν να λάβει άμεσα δράση με στόχο την αντιμετώπιση αυτών των εμποδίων έως το τέλος του τρέχοντος έτους.
Τονίζουν ότι ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία οι Ευρωπαίοι πολίτες αντιμετωπίζουν αυξημένο κόστος διαβίωσης λόγω της ανόδου του πληθωρισμού και του αβέβαιου γεωπολιτικού περιβάλλοντος, είναι απαράδεκτο να πωλούνται παρόμοια ή ίδια προϊόντα σε διαφορετικές τιμές, ανάλογα με το μέγεθος της αγοράς, εις βάρος των καταναλωτών.
Υπογραμμίζουν ότι αυτό ουσιαστικά στερεί από τους Ευρωπαίους πολίτες τη δυνατότητα να επωφελούνται ισότιμα από τις ευκαιρίες που προσφέρει η ενιαία αγορά και υπονομεύει την εμπιστοσύνη των καταναλωτών, ενώ καλούν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να αξιοποιήσει όλα τα διαθέσιμα εργαλεία για να αντιμετωπίσει αυτά τα εμπόδια.
Σημειώνουν ότι οι επιχειρήσεις λιανικής και χονδρικής πώλησης θα πρέπει να μπορούν να προμηθεύονται προϊόντα σε ολόκληρη την Ένωση, ενισχύοντας έτσι τον ανταγωνισμό, συμβάλλοντας στη μείωση των τιμών και διευρύνοντας την επιλογή των διαθέσιμων αγαθών.
Καταλήγουν καλώντας την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να αναλάβει άμεσα δράση και να παρουσιάσει μέτρα για την αποτελεσματική αντιμετώπιση των γεωγραφικών εφοδιαστικών περιορισμών και τη διασφάλιση της ορθής λειτουργίας της ενιαίας αγοράς πριν από το τέλος του έτους σημειώνοντας ότι «η ενιαία αγορά θα πρέπει να αποφέρει απτά οφέλη για όλους τους καταναλωτές, τους εργαζομένους και το σύνολο της αλυσίδας εφοδιασμού, χωρίς διακρίσεις και χωρίς τεχνητούς φραγμούς».
Η επιστολή αποτελεί συνέχεια πρωτοβουλιών που έχουν ήδη αναληφθεί με τη σχετική επιστολή του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη προς την Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ursula von der Leyen τον Μάιο του 2024 και την επιστολή-πρωτοβουλία του Δημήτρη Τσιόδρα για το ίδιο ζήτημα προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή τον Φεβρουάριο του 2025.



