Μια νέα προσέγγιση στη φροντίδα των ατόμων με προβλήματα ψυχικής υγείας, με έμφαση την κοινότητα, μπορεί να μειώσει δραστικά τις εισαγωγές στις ψυχιατρικές κλινικές και να βελτιώσει το αίσθημα ικανοποίησης των πασχόντων, σύμφωνα με νέα Βρετανική μελέτη.
Η μελέτη που δημοσιεύτηκε στο έγκριτο επιστημονικό περιοδικό The Lancet Psychiatry υλοποιήθηκε από ερευνητές τριών επιστημονικών φορέων, του University College London, του ιδρύματος NELFT (North East London NHS Foundation Trust) και του King's College London, ενώ χρηματοδοτήθηκε από το Εθνικό Ινστιτούτο Έρευνας για την Υγεία και τη Φροντίδα του Ηνωμένου Βασιλείου. Η συγκεκριμένη έρευνα αποτελεί την πρώτη διεθνώς τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη δοκιμή μιας καινοτόμου μεθόδου θεραπείας και τρόπου οργάνωσης των υπηρεσιών ψυχικής υγείας, που ονομάζεται «Ανοιχτός Διάλογος» (Open Dialogue).
Τι ακριβώς είναι ο «Ανοιχτός Διάλογος»
Ο «Ανοιχτός Διάλογος» είναι στην πράξη ένα μοντέλο υποστηρικτικού δικτύου ψυχικής υγείας, με επίκεντρο το άτομο, το οποίο φέρνει σε επαφή ασθενείς, κλινικούς ιατρούς και μέλη του κοινωνικού κύκλου του πάσχοντος, με στόχο να επανεξεταστεί η παρεχόμενη φροντίδα κατά τη διάρκεια μιας κρίσης ψυχικής υγείας, αλλά και μετά την ανάρρωση. Η μέθοδος αναπτύχθηκε στη Φινλανδία τη δεκαετία του 1980, χρησιμοποιείται ήδη σε ορισμένα νοσοκομεία του Βρετανικού ΕΣΥ (NHS) και παρότι έχει κεντρίσει το ενδιαφέρον των επιστημόνων διεθνώς, τα ευρήματα για την αποτελεσματικότητά της παραμένουν περιορισμένα.
Ένα βασικό «συστατικό» του «Ανοικτού Διαλόγου» είναι η χρήση τακτικών συναντήσεων του ασθενή με τα μέλη του κοινωνικού του δικτύου, με την εποπτεία δύο επαγγελματιών ψυχικής υγείας. Στην συγκεκριμένη διαδικασία, η οικογένεια, οι φροντιστές και οι φίλοι του ασθενή συναντώνται με δύο επαγγελματίες του Ανοικτού Διαλόγου, οι οποίοι παρακολουθούν τον ασθενή και αφού ξεπεραστεί η «κρίση» (το οξύ πρόβλημα). Οι συναντήσεις επικεντρώνονται στην ανάπτυξη της κατανόησης των προβλημάτων ψυχικής υγείας του ατόμου, επιδιώκοντας την αύξηση της προσωπικής αυτονομίας και την ανάπτυξη των υποστηρικτικών του σχέσεων στην κοινότητα.
Η κλινική μελέτη με τίτλο ODDESSI του «Ανοιχτού Διαλόγου» περιελάμβανε 494 συμμετέχοντες οι οποίοι έλαβαν είτε την κλασική θεραπεία (που λαμβάνει ένας πολίτης στην Αγγλία, αφού προσφύγει σε μια δομή ψυχικής υγείας) είτε ακολούθησαν τη νέα διαφορετική προσέγγιση.
Τριπλάσια πιθανότητα να αποφευχθεί η νοσηλεία με τη νέα μέθοδο
Οι ερευνητές δεν διαπίστωσαν καμία επίδραση στον χρονικό διάστημα έως την πρώτη υποτροπή, μετά την αρχική ανάρρωση-πράγμα που αποτελούσε το κύριο καταληκτικό σημείο της μελέτης. Ωστόσο, υπήρξαν πολλά υποσχόμενα ευρήματα σχετικά με τα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία της δοκιμής: Όσοι έλαβαν θεραπεία με τη μέθοδο του «Ανοιχτού Διαλόγου» είχαν τουλάχιστον 3πλάσια πιθανότητα να μην εισαχθούν ποτέ σε ψυχιατρική νοσοκομειακή κλινική, σε σύγκριση με όσους έλαβαν την κλασική μορφή θεραπείας. Επίσης, είχαν πολύ χαμηλότερες πιθανότητες για εκ νέου παραπομπή σε φροντίδα έκτακτης ανάγκης κατά τη διάρκεια της διετούς περιόδου παρακολούθησης της μελέτης. Σύμφωνα με αυτά τα ευρήματα η μέθοδος του «Ανοιχτού Διαλόγου» μπορεί να βοηθήσει σημαντικά στη μείωση της δαπάνης Υγείας στο Βρετανικό ΕΣΥ (NHS).
Παράπλευρα οφέλη
Και τα ελπιδοφόρα ευρήματα δεν σταματούν εδώ: Ο «Ανοιχτός Διάλογος» συσχετίστηκε επίσης με βελτιώσεις στην αυτό-αξιολόγηση της ανάρρωσης, στην ποιότητα ζωής που σχετίζεται με την γενικότερη υγεία και στην ικανοποίηση του πολίτη από τις προσφερόμενες υπηρεσίες. Ο επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, καθηγητής Στιβ Πίλινγκ από το Τμήμα Ψυχολογίας και Γλωσσικών Επιστημών του UCL, επεσήμανε: «Τα αποτελέσματά μας είναι ενθαρρυντικά, καθώς διαπιστώσαμε ότι ο «Ανοιχτός Διάλογος» μπορεί να μειώσει τη χρήση των νοσοκομειακών κλινών και να βελτιώσει την ικανοποίηση των ανθρώπων από τη θεραπεία τους και την εμπειρία τους με τις υπηρεσίες ψυχικής υγείας. Το πρόγραμμα του «Ανοιχτού Διαλόγου» επιδιώκει να μειώσει τις παραπομπές και τις άσκοπες μετακινήσεις των ασθενών υποστηρίζοντας την συνεργατική (ολιστική) και επικεντρωμένη στον πάσχοντα παροχή φροντίδας.
Η χρήση του «Ανοικτού Διαλόγου» στη Βρετανική μελέτη δεν περιελάμβανε οικογενειακές παρεμβάσεις, οι οποίες χρησιμοποιούνται συστηματικά στο αυθεντικό πρόγραμμα (Open Dialogue) στη Φινλανδία. Οι συγγραφείς σημειώνουν επίσης ότι υπήρξε μικρότερη συμμετοχή της οικογένειας ή φίλων στις συναντήσεις του δικτύου από την προβλεπόμενη. Τα οφέλη που παρατηρήθηκαν σε αυτή τη δοκιμή μπορεί, επομένως, να οφείλονται στη βελτιωμένη λειτουργία της ομάδας ψυχικής υγείας, αλλά οι ερευνητές επισημαίνουν ότι πρέπει να γίνει περισσότερη δουλειά για να βελτιωθεί η αξιοποίηση του «Ανοιχτού Διαλόγου» και να επεκταθεί η πρόσβαση των πολιτών σε ολόκληρο το Ηνωμένο Βασίλειο.
Ο έτερος συγγραφέας της μελέτης, καθηγητής Ράσελ Ραζάκε, σύμβουλος ψυχίατρος στο ίδρυμα NELFT και Καθηγητής Σχεσιακής Ψυχιατρικής στη Σχολή Ανατολικών και Αφρικανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Λονδίνου (SOAS), πρόσθεσε: «Οι υπηρεσίες ψυχικής υγείας βρίσκονται υπό τεράστια πίεση, με πολλούς ανθρώπους να είναι εγκλωβισμένοι μέσα σε μια περιστρεφόμενη πόρτα φροντίδας έκτακτης ανάγκης και εισαγωγών στο νοσοκομείο. Πολύ συχνά η φροντίδα είναι αποσπασματική, οι οικογένειες παραμελούνται και δεν αφιερώνεται αρκετός χρόνος για τη σφυρηλάτηση μιας βαθιάς και διαρκούς θεραπευτικής σχέσης στις υπηρεσίες μας. Η δοκιμή ODDESSI δείχνει ότι όταν η φροντίδα βασίζεται στις ανθρώπινες σχέσεις, την αμοιβαιότητα, και την κοινή λήψη αποφάσεων, οι ασθενείς έχουν καλύτερη ανάρρωση, βελτιωμένη ποιότητα ζωής και καλύτερη εμπειρία φροντίδας, ενώ ταυτόχρονα κάνουν αισθητά λιγότερη χρήση υπηρεσιών νοσηλείας ή υπηρεσιών έκτακτης ανάγκης».
Η μαρτυρία μας μητέρας για την έφηβη κόρη της
Από τη δική της μεριά, η Ρέιτσελ Μπάνιστερ, συνιδρύτρια της Οργάνωσης «Mental Health – Time for Action» στράφηκε στον «Ανοιχτό Διάλογο» για να υποστηρίξει την έφηβη κόρη της, όπου τελικά βρήκε μια προσέγγιση που λειτουργούσε. Όπως ανέφερε η ίδια: «Ως μητέρα, το μόνο που ήθελα πάντα ήταν να μπορώ να στηρίξω τις κόρες μου, αλλά για χρόνια ένιωθα εντελώς αποκλεισμένη από τη φροντίδα και δεν ήξερα πώς να βοηθήσω. Οι αποφάσεις για την οικογένειά μας λαμβάνονταν χωρίς εμάς και η κόρη μου έβλεπε αμέτρητους επαγγελματίες – αναγκαζόμενη να επαναλαμβάνει την ιστορία της από την αρχή κάθε φορά, κάτι που ήταν ιδιαίτερα τραυματικό. Ο «Ανοιχτός Διάλογος» άλλαξε αυτήν την επώδυνη διαδικασία. Για πρώτη φορά, ήμασταν όλοι μαζί σε μια αίθουσα και μας άκουσαν. Νιώθουμε πιο δυνατοί ως οικογένεια και μέσα σε έξι μήνες, η μία από τις κόρες μου άλλαξε status και ποιότητα ζωής. Από το να είναι κοινωνικά απομονωμένη, ανίκανη να εργαστεί και να εξαρτάται από κοινωνικά επιδόματα, κατάφερε να ολοκληρώσει τις εξετάσεις A-levels και να εξασφαλίσει μια θέση στο πανεπιστήμιο, το οποίο βρίσκεται σε απόσταση 190 χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι - κάτι που κάποτε πιστεύαμε ότι δεν θα ήταν ποτέ δυνατό. Σήμερα έχει ήδη ξεκινήσει μια νέα ζωή.» Σημειώνεται ότι τα A-levels αποτελούν το εθνικό σύστημα εξετάσεων της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στην Αγγλία, την Ουαλία και τη Βόρειο Ιρλανδία και χρησιμοποιούνται για την εισαγωγή των μαθητών στα πανεπιστήμια της Μ. Βρετανίας και άλλων αγγλόφωνων χωρών.



