Η οικονομική επίδοση της Ελλάδας μετά την έξοδο από τα προγράμματα διάσωσης ήταν εντυπωσιακή, σχολιάζει σε ανάλυσή της η UniCredit, τονίζοντας ότι η χώρα έχει καταγράψει ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ που υπερβαίνουν σταθερά τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Με ώθηση από τον Μηχανισμό Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας της ΕΕ, οι επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ ανέκαμψαν δυναμικά, επιστρέφοντας σε επίπεδα που είχαν να παρατηρηθούν από την περίοδο πριν από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση. Ωστόσο, όπως λένε οι Ιταλοί αναλυτές, πρόκειται για ανάπτυξη χωρίς σύγκλιση, η οποία έχει τα όριά της.
Η πρόοδος της Ελλάδας στο κλείσιμο της απόστασης του κατά κεφαλήν ΑΕΠ από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο ήταν περιορισμένη μέχρι τώρα, παρά την ισχυρή συνολική ανάπτυξη. «Παρότι οι επενδύσεις έχουν αυξηθεί, παραμένουν πολύ αδύναμες για να ενισχύσουν το κεφαλαιακό απόθεμα της χώρας ή να προσφέρουν τα κέρδη παραγωγικότητας που απαιτούνται για να διατηρηθεί η μεσοπρόθεσμη αύξηση του ΑΕΠ» τονίζουν χαρακτηριστικά.
Βιώσιμη ανάπτυξη με προϋποθέσεις
Μεταξύ άλλων, στην ανάλυση που υπογράφουν η οικονομολόγος της UniCredit, Tullia Bucco, και ο επικεφαλής του «The Investment Institute» της τράπεζας, Edoardo Campanella, σημειώνεται ότι ορισμένες μεταρρυθμίσεις που προβλέπονται στο Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας έχουν εφαρμοστεί μόνο μερικώς. Και ότι χωρίς βαθύτερες μεταρρυθμίσεις για τη βελτίωση της ποιότητας και της σύνθεσης των επενδύσεων, η μετάβαση της Ελλάδας σε ένα βιώσιμο –και καθοδηγούμενο από την παραγωγικότητα– μοντέλο ανάπτυξης θα παραμείνει περιορισμένη.
Από το 2021, η ανάκαμψη των επενδυτικών δαπανών στην Ελλάδα υπήρξε ισχυρή, με στήριξη από τη σημαντική χρηματοδότηση στο πλαίσιο του RRF, του οποίου η Ελλάδα είναι ο μεγαλύτερος δικαιούχος σε σχετικούς όρους, ανεβάζοντας τον λόγο επενδύσεων προς ΑΕΠ, σε πραγματικούς όρους, στο 17,4% (εκτίμηση) το 2025, το υψηλότερο επίπεδο από το 2009. Πέρα από την αγορά οικιστικών ακινήτων, η οποία προσέλκυε το μεγαλύτερο μέρος των επενδύσεων πριν από την κρίση δημόσιου χρέους, έχει σημειωθεί υγιής αύξηση επίσης στους τομείς του μηχανολογικού εξοπλισμού και της πνευματικής ιδιοκτησίας.

Η ιδιωτική κατανάλωση παρέμεινε αξιοσημείωτα ανθεκτική από το 2018, συμβάλλοντας στην αύξηση του ΑΕΠ. Κατά μέσο όρο, αυξήθηκε κατά 2,5% ετησίως, υποστηριζόμενη από την άνοδο του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος και την ενίσχυση της απασχόλησης.
Αντίστοιχα, οι ελληνικές εξαγωγές έχουν καταγράψει σταθερό ρυθμό επέκτασης. Ενώ ο τουρισμός και οι υπηρεσίες μεταφορών παρέμειναν βασικοί πυλώνες, οι εξαγωγές αγαθών έχουν συμβάλει σημαντικά στην αύξηση του ΑΕΠ, περίπου στον ίδιο βαθμό με τις υπηρεσίες, δείχνοντας έναν σταδιακό αναπροσανατολισμό των εξαγωγών προς μια πιο εξωστρεφή και διαφοροποιημένη παραγωγική δομή. Ωστόσο, η συμβολή των εξαγωγών έχει υπεραντισταθμιστεί από εκείνη των ισχυρών εισαγωγών, οι οποίες σε μεγάλο βαθμό τροφοδοτούνται από την έντονη επενδυτική ζήτηση, με αποτέλεσμα η συμβολή των καθαρών εξαγωγών στο ΑΕΠ να είναι γενικά αρνητική.
Η ισχυρή οικονομική ανάπτυξη, σε συνδυασμό με τη συνετή διαχείριση των δημόσιων οικονομικών και τη συνεχιζόμενη εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων με στόχο τη βελτίωση του επιχειρηματικού κλίματος και την προσέλκυση ξένων επενδύσεων, βοήθησαν την Ελλάδα να ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα το 2023. Αυτό, με τη σειρά του, στήριξε περαιτέρω την εμπιστοσύνη των επενδυτών, συμβάλλοντας σε ισχυρότερες αποτιμήσεις στις μετοχές και σε διατηρήσιμη συρρίκνωση των κρατικών spreads.

Επενδύσεις που δεν αρκούν...
Όπως αναφέρουν οι αναλυτές της UniCredit, παρά την ισχυρή αύξηση του ΑΕΠ, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας παραμένει 25% χαμηλότερα από την κορύφωσή του το 2009 και η σύγκλιση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο ήταν περιορισμένη τα τελευταία χρόνια, εικόνα που οφείλεται κυρίως στην αδύναμη παραγωγικότητα.
Από το 2019 και μετά, η ανάπτυξη στηρίχθηκε κυρίως στην αύξηση της απασχόλησης, καθώς περισσότεροι άνθρωποι βρήκαν δουλειά ή επέστρεψαν στην αγορά εργασίας. Ωστόσο, οι επενδύσεις δεν ήταν αρκετές για να αυξήσουν αισθητά τον εξοπλισμό, την τεχνολογία και το παραγωγικό κεφάλαιο που αντιστοιχεί σε κάθε εργαζόμενο. Ως αποτέλεσμα, η παραγωγικότητα παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό στάσιμη.

Η UniCredit εντοπίζει μια σειρά από διαρθρωτικές αδυναμίες πίσω από αυτή την εικόνα. Πρώτον, οι επενδύσεις εξακολουθούν να κατευθύνονται κυρίως σε κλάδους όπως τα ακίνητα και ο τουρισμός, οι οποίοι δημιουργούν θέσεις εργασίας αλλά δεν αυξάνουν απαραίτητα την παραγωγικότητα με τον ίδιο τρόπο που θα το έκανε, για παράδειγμα, η μεταποίηση ή οι κλάδοι υψηλότερης τεχνολογίας.
Οι επενδύσεις παραμένουν συγκεντρωμένες σε κλάδους χαμηλότερης παραγωγικότητας, ενώ παράλληλα οι ελληνικές επιχειρήσεις έχουν σταθερά δώσει προτεραιότητα στην αντικατάσταση υφιστάμενων μηχανημάτων και εξοπλισμού έναντι της επέκτασης της παραγωγικής δυναμικότητας.

Το 2025, το ποσοστό των επιχειρήσεων που ανέφεραν ότι οι επενδύσεις τους αποσκοπούσαν στην αντικατάσταση απαρχαιωμένου εξοπλισμού ήταν υπερδιπλάσιο εκείνου των επιχειρήσεων που επένδυαν για να επεκτείνουν τη δυναμικότητά τους, περίπου 50% έναντι 24%. «Αν και αυτά τα μεγέθη είναι σε γενικές γραμμές ευθυγραμμισμένα με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, φαίνονται ανεπαρκή για μια οικονομία όπου το κεφαλαιακό απόθεμα παραμένει μεταξύ των χαμηλότερων στην Ευρωζώνη, περιορίζοντας έτσι τα περιθώρια για εμβάθυνση κεφαλαίου και διατηρήσιμα κέρδη παραγωγικότητας» εξηγούν οι οικονομολόγοι της UniCredit.
Προβληματική η ανακατανομή κεφαλαίου
Ένα ακόμα σημείο που θίγει η UniCredit είναι πρόσβαση των ελληνικών μικρομεσαίων επιχειρήσεων σε χρηματοδότηση. Αν και έχει βελτιωθεί τα τελευταία χρόνια, με στήριξη από την ανάκαμψη του τραπεζικού τομέα και τις πρωτοβουλίες της ΕΕ, το σχετικά μικρό μέγεθος των ελληνικών επιχειρήσεων συνεχίζει να επιβαρύνει τις επενδύσεις και την παραγωγικότητα. Αυτός ο κατακερματισμός, με τη σειρά του, δημιουργεί επίμονους περιορισμούς στην πρόσβαση σε χρηματοδότηση, καθώς οι μικρότερες επιχειρήσεις διαθέτουν συνήθως περιορισμένες εξασφαλίσεις, ασθενέστερους ισολογισμούς και αντιμετωπίζουν υψηλότερο κόστος δανεισμού, περιορίζοντας τελικά την ικανότητά τους να κλιμακώσουν τις επενδύσεις, να επεκτείνουν τη δυναμικότητά τους και να συμβάλουν στην εμβάθυνση κεφαλαίου.
Σε γενικές γραμμές, η εξυγίανση των τραπεζικών ισολογισμών στην Ελλάδα έχει βελτιώσει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και τη δανειοδοτική ικανότητα, αλλά δεν έχει μεταφραστεί πλήρως σε αποτελεσματική ανακατανομή κεφαλαίου μεταξύ επιχειρήσεων. Πολλές επιχειρήσεις χαμηλής παραγωγικότητας, οι οποίες πιθανότατα θα είχαν αποχωρήσει από την αγορά σε ένα πιο αποτελεσματικό χρηματοπιστωτικό περιβάλλον, συνέχισαν να λειτουργούν, συχνά με στήριξη μέσω αναδιάρθρωσης δανείων, παρατάσεων λήξεων ή άλλων μορφών ανοχής. Οι επιχειρήσεις αυτές τείνουν να απορροφούν εργασία και κεφάλαιο που θα μπορούσαν διαφορετικά να ανακατανεμηθούν σε πιο παραγωγικές χρήσεις, μειώνοντας έτσι τις ανταγωνιστικές πιέσεις και αποθαρρύνοντας την καινοτομία. Ως αποτέλεσμα, ακόμη και καθώς οι συνολικές επενδύσεις και η απασχόληση ανακάμπτουν, η συνολική αύξηση της παραγωγικότητας παραμένει συγκρατημένη.
Αυτό εξηγεί γιατί η βελτίωση των χρηματοπιστωτικών συνθηκών έχει αποφέρει μέχρι στιγμής μέτρια κέρδη σε όρους αποδοτικότητας, αντί για ισχυρότερη επέκταση του παραγωγικού κεφαλαίου και διατηρήσιμη εμβάθυνση κεφαλαίου. Η εμπειρία προβληματικών επιχειρήσεων που διατηρούνται στη ζωή μέσω διαδοχικών παρατάσεων δανείων είναι χαρακτηριστική: αντί να αποχωρούν και να απελευθερώνουν πόρους, συνεχίζουν να λειτουργούν με ελάχιστες επενδύσεις και στάσιμη παραγωγικότητα, εκτοπίζοντας ουσιαστικά πιο δυναμικές επιχειρήσεις.
Μεταρρυθμίσεις που «καίνε»
Παρά τη σημαντική πρόοδο, η Ελλάδα δεν έχει ακόμη ολοκληρώσει τη διαρθρωτική μετάβαση που απαιτείται για να επιταχύνει με διατηρήσιμο τρόπο τη σύγκλισή της με τα ευρωπαϊκά επίπεδα εισοδήματος. Το κλείσιμο αυτού του κενού θα απαιτήσει τη διατήρηση της μεταρρυθμιστικής δυναμικής πέρα από το RRF, ώστε να βελτιωθεί η ποιότητα του θεσμικού και δικαστικού πλαισίου, η οποία μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά τόσο τη σύνθεση όσο και τον ρυθμό των επενδύσεων.
Η επιτυχία εξαρτάται από την ενίσχυση της ποιότητας των θεσμών σε βασικούς τομείς, όπως η προστασία των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας, η εκτέλεση των συμβάσεων και η ρύθμιση της αγοράς εργασίας. Τέτοια μέτρα θα διευκόλυναν, μεταξύ άλλων, την ανακατανομή εργασίας μεταξύ εταιρειών και θα δημιουργούσαν πιο συμμετρική προσαρμογή μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου.
Περαιτέρω προσπάθειες για την επιτάχυνση των δικαστικών διαδικασιών θα επιτάχυναν την επίλυση των μη εξυπηρετούμενων στοιχείων ενεργητικού και θα προωθούσαν πιο αποτελεσματική κατανομή πόρων. Η μείωση των εμποδίων στην καινοτομία και στην ανάληψη επιχειρηματικού κινδύνου, παράλληλα με την ενθάρρυνση μιας πιο δυναμικής μετατόπισης πόρων –ιδίως προς κλάδους υψηλότερης τεχνολογίας– είναι απαραίτητη για την ενίσχυση επενδύσεων υψηλότερης ποιότητας και, τελικά, μιας πιο βιώσιμης και συμπεριληπτικής ανάπτυξης.
«Οι μεταρρυθμίσεις αυτές γίνονται ολοένα και πιο επείγουσες. Με τον πληθυσμό να γηράσκει και το ποσοστό των ατόμων σε ηλικία εργασίας να συρρικνώνεται, η Ελλάδα θα εξαρτηθεί από ισχυρότερη αύξηση της παραγωγικότητας για να διατηρήσει τη σύγκλιση των εισοδημάτων μακροπρόθεσμα» καταλήγουν οι αναλυτές της UniCredit.



