ΤτΕ: Βασική προϋπόθεση ανάπτυξης η διατήρηση της πολιτικής και οικονομικής σταθερότητας

Newsroom
Viber Whatsapp
Μοιράσου το
ΤτΕ: Σε ισχυρότερη θέση η Ελλάδα - Βασική προϋπόθεση η διατήρηση της πολιτικής και οικονομικής σταθερότητας
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.
Προσθήκη του insider.gr στην Google
Παρά την αυξημένη αβεβαιότητα στο διεθνές οικονομικό περιβάλλον, στο ευνοϊκότερο σενάριο ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ θα είναι 2% το 2026, ενώ ο πληθωρισμός θα διαμορφωθεί σε 3,7%.

Με ισχυρότερη θέση σε σχέση με το παρελθόν εισέρχεται στην επόμενη περίοδο η Ελλάδα, έχοντας επιτύχει σημαντική πρόοδο στην οικονομική ανάπτυξη, τη δημοσιονομική και χρηματοπιστωτική σταθερότητα, την προσέλκυση εγχώριων και ξένων επενδύσεων και την ενίσχυση της αξιοπιστίας της οικονομικής πολιτικής, αναφέρει η Έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος για τη Νομισματική Πολιτική 2025-2026. Η Έκθεση της ΤτΕ υποβλήθηκε σήμερα στον Πρόεδρο της Βουλής των Ελλήνων και το Υπουργικό Συμβούλιο.

Σύμφωνα με αυτή, καθοριστικός παράγοντας της πορείας της χώρας υπήρξε η πολιτική σταθερότητα, η οποία επέτρεψε τη συνεπή εφαρμογή μεταρρυθμίσεων, ενίσχυσε την εμπιστοσύνη επενδυτών και αγορών και συνέβαλε στην αποτελεσματική διαχείριση διαδοχικών κρίσεων. Η διατήρηση της πολιτικής και οικονομικής σταθερότητας, σε συνδυασμό με τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων και την αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων, αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη μετάβαση σε ένα πιο παραγωγικό, εξωστρεφές και ανθεκτικό αναπτυξιακό πρότυπο.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οι γεωπολιτικές ανακατατάξεις, οι προκλήσεις της ενεργειακής και αμυντικής ασφάλειας, καθώς και η πράσινη και ψηφιακή μετάβαση αναδεικνύουν την ανάγκη για ισχυρότερη ευρωπαϊκή συνεργασία και αποτελεσματικότερους μηχανισμούς χρηματοδότησης. Η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, η βάθυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και η ολοκλήρωση πρωτοβουλιών όπως η Τραπεζική Ένωση και η Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων μπορούν να στηρίξουν τις αναγκαίες επενδύσεις, να περιορίσουν τον χρηματοπιστωτικό κατακερματισμό και να ενισχύσουν τη στρατηγική αυτονομία και την ανθεκτικότητα της Ευρώπης απέναντι στις διεθνείς προκλήσεις.

Προβλέψεις

Σύμφωνα με τις τρέχουσες προβλέψεις της Τράπεζας της Ελλάδος, η ελληνική οικονομία αναμένεται να συνεχίσει να αναπτύσσεται με ρυθμούς υψηλότερους από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, στηρίζοντας τη διαδικασία σύγκλισης των πραγματικών εισοδημάτων. Ειδικότερα, ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί σε 1,9% το 2026 και το 2027, ενώ θα ενισχυθεί οριακά σε 2,0% το 2028. Η ανάπτυξη αναμένεται να στηριχθεί κυρίως στην ιδιωτική κατανάλωση, τις επενδύσεις και τις εξαγωγές, παρά την αυξημένη αβεβαιότητα στο διεθνές οικονομικό περιβάλλον.

Ο πληθωρισμός βάσει του ΕνΔΤΚ, μετά την πρόσκαιρη ενίσχυσή του λόγω των διεθνών ενεργειακών εξελίξεων και των πληθωριστικών πιέσεων, προβλέπεται να αποκλιμακωθεί σταδιακά κατά την περίοδο πρόβλεψης. Συγκεκριμένα, εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί σε 3,8% το 2026, από 2,9% το 2025, και στη συνέχεια να υποχωρήσει σε 2,6% το 2027 και 2,3% το 2028, καθώς αναμένεται σταδιακή εξασθένηση των πιέσεων στις τιμές της ενέργειας και των ειδών διατροφής.

Η πρόσφατη συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν δημιουργεί ελπίδες τερματισμού των εχθροπραξιών και περαιτέρω αποκλιμάκωσης των τιμών της ενέργειας. Το γεγονός αυτό ενισχύει την πιθανότητα ευνοϊκότερων εξελίξεων για την ελληνική οικονομία. Με βάση το ευνοϊκότερο σενάριο, ο πληθωρισμός επηρεάζεται ελαφρώς πτωτικά και τα μακροοικονομικά μεγέθη σε πραγματικές τιμές βελτιώνονται σε σύγκριση με τις παραπάνω προβλέψεις. Πιο συγκεκριμένα, στο ευνοϊκότερο σενάριο προβλέπεται ταχύτερη μείωση των τιμών τόσο του πετρελαίου όσο και του φυσικού αερίου. Ως αποτέλεσμα, προβλέπεται ότι ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ της ελληνικής οικονομίας θα είναι 2,0% το 2026, 2,1% το 2027 και 2,1% το 2028, ενώ ο πληθωρισμός βάσει του ΕνΔΤΚ θα διαμορφωθεί σε 3,7% το 2026, 2,5% το 2027 και 2,2% το 2028.

Προκλήσεις

Η ελληνική οικονομία έχει επιτύχει αξιόλογη πρόοδο τα τελευταία χρόνια, καταγράφοντας υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενισχύοντας τη δημοσιονομική και χρηματοπιστωτική της σταθερότητα και προωθώντας σημαντικές μεταρρυθμίσεις. Η πρόοδος αυτή αναγνωρίζεται και από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία εκτιμά ότι η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει πλέον μακροοικονομικές ανισορροπίες.

Ωστόσο, εξακολουθούν να παραμένουν σημαντικές προκλήσεις, όπως η χαμηλή παραγωγικότητα, η αργή μεταβολή του παραγωγικού προτύπου, οι δημογραφικές πιέσεις, οι ελλείψεις δεξιοτήτων και εργατικού δυναμικού, η περιορισμένη διάχυση της καινοτομίας, η χαμηλή αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και η δυσκολία πρόσβασης σε προσιτή στέγη.

Παράλληλα, η οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει προκλήσεις που συνδέονται με την ενεργειακή εξάρτηση, το επίμονα υψηλό έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, τη διαχείριση των φυσικών πόρων, τις χρόνιες θεσμικές αδυναμίες στη δημόσια διοίκηση και τη δικαιοσύνη, καθώς και το ακόμη υψηλό επίπεδο του δημόσιου χρέους. Επιπλέον, ο πληθωρισμός εξακολουθεί να κινείται σε επίπεδα υψηλότερα από τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ, επηρεάζοντας την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

Επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας, άνοδος του πληθωρισμού και αυξημένη γεωπολιτική αβεβαιότητα

Το 2026 η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια νέα περίοδο έντονης αβεβαιότητας και αυξημένων γεωοικονομικών κινδύνων, μετά τις αλλεπάλληλες και απρόβλεπτες διαταραχές των τελευταίων ετών. Η όξυνση των εντάσεων στη Μέση Ανατολή και η διατάραξη των διεθνών ενεργειακών ροών λόγω του αποκλεισμού του Στενού του Ορμούζ προκάλεσαν νέα ισχυρή άνοδο στις διεθνείς τιμές της ενέργειας, επιδεινώνοντας τις προοπτικές ανάπτυξης και αναζωπυρώνοντας τις πληθωριστικές πιέσεις διεθνώς. Παράλληλα, η διατήρηση υψηλών δασμών από τις ΗΠΑ, αλλά και η αυξανόμενη χρήση μη δασμολογικών εμποδίων, καθώς και οι συνεχιζόμενες ανακατατάξεις στις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού ενισχύουν την αβεβαιότητα και περιορίζουν τη δυναμική του παγκόσμιου εμπορίου. Προσφάτως, η συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν δημιουργεί ελπίδες για τερματισμό των εχθροπραξιών, γεγονός που έχει οδηγήσει σε μερική αποκλιμάκωση των τιμών της ενέργειας. Ωστόσο, ο βαθμός επίδρασής της θα εξαρτηθεί από τη συνέπεια στην εφαρμογή της και την πλήρη αποκατάσταση των ενεργειακών ροών.

Παρά την ανθεκτικότητα της οικονομίας της ευρωζώνης κατά το προηγούμενο έτος εν μέσω σημαντικών εμπορικών εντάσεων, το 2026 η επιδείνωση του γεωπολιτικού περιβάλλοντος και η νέα ενεργειακή κρίση αναμένεται να κάμψουν τις βραχυπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης, λαμβάνοντας υπόψη ότι η ευρωζώνη είναι καθαρός εισαγωγέας ενέργειας. Η απότομη άνοδος των διεθνών τιμών της ενέργειας και η αυξημένη αβεβαιότητα επιδεινώνουν την καταναλωτική και επενδυτική εμπιστοσύνη, ενώ περιορίζουν τη δυναμική της εγχώριας ζήτησης και αυξάνουν τον πληθωρισμό. Ειδικότερα, το α΄ τρίμηνο του 2026 το ΑΕΠ υποχώρησε κατά 0,2% σε τριμηνιαία βάση, έναντι ανόδου κατά 0,2% το δ΄ τρίμηνο του 2025, ενώ ο γενικός πληθωρισμός βάσει του Εναρμονισμένου Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΕνΔΤΚ) στη ζώνη του ευρώ αυξήθηκε περαιτέρω τον Μάιο του 2026 σε 3,2%, από 3,0% τον Απρίλιο και 2,6% τον Μάρτιο, υπερβαίνοντας τον στόχο της ΕΚΤ μετά από μια παρατεταμένη περίοδο αποκλιμάκωσης. Στο πλαίσιο αυτό, τον Ιούνιο του 2026 το Διοικητικό Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (EKT) αποφάσισε να αυξήσει τα τρία βασικά επιτόκιά της κατά 25 μονάδες βάσης.

Ελληνική οικονομία: Ανθεκτικότητα της οικονομικής ανάπτυξης και επιτάχυνση του πληθωρισμού

Το α΄ τρίμηνο του 2026 η ελληνική οικονομία συνέχισε να αναπτύσσεται με ικανοποιητικούς ρυθμούς. Το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,0% σε ετήσια βάση και κατά 0,2% έναντι του δ΄ τριμήνου του 2025, υπερβαίνοντας σημαντικά τους αντίστοιχους μέσους ρυθμούς ανάπτυξης της ζώνης του ευρώ. Βασική συνιστώσα της ανάπτυξης ήταν οι επενδύσεις, ενώ θετική συμβολή είχαν οι καθαρές εξαγωγές και η ιδιωτική κατανάλωση. Η εξέλιξη αυτή αντανακλά τη διατήρηση της αναπτυξιακής δυναμικής της ελληνικής οικονομίας, παρά τη διεθνή αβεβαιότητα λόγω των γεωπολιτικών εξελίξεων στη Μέση Ανατολή και την αναζωπύρωση των πληθωριστικών πιέσεων.

Κατά τους πέντε πρώτους μήνες του 2026, η αναμενόμενη περαιτέρω αποκλιμάκωση του πληθωρισμού (από 2,9% τον Δεκέμβριο του 2025) ανεκόπη λόγω της γεωπολιτικής κρίσης στη Μέση Ανατολή και της ραγδαίας αύξησης των διεθνών τιμών της ενέργειας. Ως αποτέλεσμα, ο πληθωρισμός επιταχύνθηκε σε 4,9% τον Μάιο από 3,1% τον Φεβρουάριο, υπερβαίνοντας τον μέσο όρο του πληθωρισμού στη ζώνη του ευρώ (3,2% τον Μάιο). Το αυξημένο ενεργειακό κόστος αναμένεται να επηρεάσει δευτερογενώς τις τιμές τόσο των υπηρεσιών όσο και των βιομηχανικών αγαθών. Επιπλέον, ο πληθωρισμός των ειδών διατροφής αναμένεται να παραμείνει σε υψηλά επίπεδα, κυρίως λόγω των αυξημένων ενεργειακών επιβαρύνσεων στην παραγωγή, αποθήκευση και μεταφορά των προϊόντων.

Δημοσιονομικές εξελίξεις: Ισχυρή δημοσιονομική θέση και συνέχιση της αποκλιμάκωσης του λόγου δημόσιου χρέους

Μετά την ιδιαίτερα ισχυρή δημοσιονομική επίδοση του 2024, οι θετικές δημοσιονομικές εξελίξεις συνεχίστηκαν και το 2025. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, το αποτέλεσμα της γενικής κυβέρνησης διαμορφώθηκε το 2025 σε πλεόνασμα 1,7% του ΑΕΠ, έναντι 1,3% το 2024, ενώ το πρωτογενές αποτέλεσμα κατέγραψε ιστορικά υψηλή επίδοση και διαμορφώθηκε σε πλεόνασμα 4,9% του ΑΕΠ, υπερβαίνοντας σημαντικά τον στόχο του Προϋπολογισμού (3,7% του ΑΕΠ). Η εξέλιξη αυτή συνδέεται πρωτίστως με την καλύτερη του αναμενομένου πορεία των δημόσιων εσόδων από τον ΦΠΑ, από τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων και από τις ασφαλιστικές εισφορές, λόγω της βελτίωσης της φορολογικής και ασφαλιστικής συμμόρφωσης μέσω της διεύρυνσης των ηλεκτρονικών συναλλαγών, της αξιοποίησης ψηφιακών εργαλείων και της επέκτασης της ψηφιακής κάρτας εργασίας. Παράλληλα, η συγκράτηση των πρωτογενών δαπανών συνέβαλε σημαντικά στην επίτευξη καλύτερου δημοσιονομικού αποτελέσματος, δημιουργώντας πρόσθετο δημοσιονομικό περιθώριο για νέες στοχευμένες παρεμβάσεις στήριξης από το 2026. Το δημόσιο χρέος συνέχισε την καθοδική του πορεία, υποχωρώντας σε 146,1% του ΑΕΠ το 2025 από 154,2% το 2024 και καταγράφοντας τη μεγαλύτερη αποκλιμάκωση μεταξύ των χωρών της ΕΕ. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται κυρίως στη συμβολή των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων και της αύξησης του ονομαστικού ΑΕΠ.

Χρηματοπιστωτικές εξελίξεις: Επιδείνωση των διεθνών χρηματοπιστωτικών συνθηκών – Διατήρηση της επενδυτικής εμπιστοσύνης στα ελληνικά ομόλογα και στις μετοχές

Οι διεθνείς χρηματοπιστωτικές συνθήκες επιδεινώθηκαν από τις αρχές του 2026, κυρίως εξαιτίας της αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας που συνδέεται με τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και των πληθωριστικών πιέσεων που προέκυψαν από την άνοδο των διεθνών τιμών της ενέργειας. Οι αγορές αναθεώρησαν προς τα άνω τις προσδοκίες τους για τον πληθωρισμό και τα βασικά επιτόκια, με αποτέλεσμα να ενισχυθεί η μεταβλητότητα στις διεθνείς αγορές ομολόγων και μετοχών και να επιδεινωθούν οι διεθνείς χρηματοπιστωτικές συνθήκες.

Παρά τις διεθνείς αναταράξεις, η αγορά ελληνικών κρατικών ομολόγων εξακολούθησε να παρουσιάζει σημαντική ανθεκτικότητα. Οι αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής αξιολόγησης της χώρας, η διατήρηση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων και η μείωση του δημόσιου χρέους ενίσχυσαν το επενδυτικό ενδιαφέρον για τους ελληνικούς τίτλους. Ως αποτέλεσμα, οι αποδόσεις των ελληνικών κρατικών ομολόγων, αν και ακολούθησαν την ανοδική πορεία των ευρωπαϊκών αποδόσεων, διατήρησαν συγκριτικά ευνοϊκή εικόνα, ενώ η αύξησή τους αποδίδεται πλήρως στις επιδράσεις μετάδοσης από τις διεθνείς εξελίξεις. Παράλληλα, οι θετικές εξελίξεις στις αξιολογήσεις του αξιόχρεου του Ελληνικού Δημοσίου συνέχισαν να επηρεάζουν ευνοϊκά και τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις του τραπεζικού τομέα. Το γεγονός αυτό συνέβαλε στη μείωση του κόστους χρηματοδότησης των ελληνικών συστημικών τραπεζών και διευκόλυνε την πρόσβασή τους στις διεθνείς κεφαλαιαγορές.

H ελληνική αγορά μετοχών συνέχισε να παρουσιάζει ιδιαίτερα θετικές επιδόσεις στις αρχές του 2026. Οι υψηλές αποδόσεις του Χρηματιστηρίου Αθηνών αντανακλούν την ισχυρή επίδοση των κλάδων που σχετίζονται με την πραγματική οικονομία και οφείλονται στην αυξημένη συμμετοχή διεθνών επενδυτικών κεφαλαίων, στις αναβαθμίσεις των πιστοληπτικών αξιολογήσεων και στη συνολική βελτίωση του επενδυτικού κλίματος στην ελληνική οικονομία, εξελίξεις οι οποίες συνέβαλαν και στην αναβάθμιση της κατάταξης της ελληνικής χρηματιστηριακής αγοράς.

Τραπεζικός τομέας: Μεταβλητότητα των επιτοκίων και ισχυρή πιστωτική επέκταση

Τα επιτόκια των τραπεζικών καταθέσεων προθεσμίας εμφάνισαν τάσεις σταθεροποίησης κατά το δ΄ τρίμηνο του 2025 και τους τέσσερις πρώτους μήνες του 2026, αντανακλώντας τη σταθερότητα των επιτοκίων νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος κατά την αντίστοιχη περίοδο. Μετά από συνολική αύξηση των καταθέσεων του ιδιωτικού τομέα κατά 10,4 δισεκ. ευρώ το 2025, τους τέσσερις πρώτους μήνες του 2026 το απόθεμα των καταθέσεων σημείωσε σωρευτική υποχώρηση κατά 3,6 δισεκ. ευρώ και διαμορφώθηκε σε 209,6 δισεκ. ευρώ τον Απρίλιο του 2026.

Τα επιτόκια των τραπεζικών δανείων προς τις επιχειρήσεις παρουσίασαν έντονη μεταβλητότητα το δ΄ τρίμηνο του 2025 και το πρώτο τετράμηνο του 2026, μετά τη σημαντική αποκλιμάκωση που είχε προηγηθεί. Το μεσοσταθμικό επιτόκιο για το σύνολο των επιχειρηματικών δανείων διαμορφώθηκε τον Απρίλιο του 2026 σε 4,5%, όσο και για τα δάνεια καθορισμένης διάρκειας. Το κόστος τραπεζικής χρηματοδότησης μετριάστηκε σημαντικά από τα προγράμματα του Ομίλου της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ) και της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας (ΕΑΤ), καθώς και από τα δάνεια συγχρηματοδότησης του RRF, εξέλιξη που δεν απεικονίζεται πλήρως στα προαναφερθέντα δανειακά επιτόκια. Εκτιμάται ότι το 1/3 των νέων επιχειρηματικών δανείων και το 1/4 των δανείων προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις συνδέονται με τα χρηματοδοτικά εργαλεία των αναπτυξιακών τραπεζών ή/και τον RRF. Όσον αφορά τα νοικοκυριά, το μεσοσταθμικό επιτόκιο στεγαστικών δανείων υποχώρησε ελαφρά σε 3,3% τον Απρίλιο του 2026, ενώ περίπου το 30% των νέων στεγαστικών δανείων στις αρχές του 2026 συνδέθηκε με τα συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα “Σπίτι μου ΙΙ” και “Αναβαθμίζω το Σπίτι μου”, μέσω των οποίων παρέχεται άτοκη ή χαμηλότοκη χρηματοδότηση.

Η πιστωτική επέκταση προς τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις (ΜΧΕ) παρέμεινε ισχυρή, αν και παρουσίασε επιβράδυνση από τα υψηλά επίπεδα του προηγούμενου έτους. Ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής της τραπεζικής χρηματοδότησης προς τις ΜΧΕ διαμορφώθηκε σε 9,5% τον Απρίλιο του 2026, έναντι 17,2% τον Απρίλιο του 2025. Η συνεχιζόμενη σημαντική πιστωτική επέκταση προς τις ΜΧΕ αντανακλά τόσο τη διατήρηση της ζήτησης επιχειρηματικών δανείων όσο και τη συνέχιση της υποστηρικτικής πιστοδοτικής πολιτικής των τραπεζών. O ετήσιος ρυθμός μεταβολής των τραπεζικών δανείων προς τα νοικοκυριά διατήρησε ανοδική τροχιά στις αρχές του 2026, αντανακλώντας την ενίσχυση της καταναλωτικής πίστης και την επιτάχυνση της στεγαστικής πίστης, γεγονός που υποστηρίζεται κυρίως από την άνοδο των τιμών των κατοικιών και την αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης.

Τραπεζικό σύστημα: Ισχυρά θεμελιώδη μεγέθη και περαιτέρω ενίσχυση της ανθεκτικότητας

Οι ελληνικές τράπεζες συνέχισαν να καταγράφουν θετικές επιδόσεις κατά τους πρώτους μήνες του 2026, διατηρώντας ισχυρή κερδοφορία και υψηλά επίπεδα κεφαλαιακής επάρκειας και ρευστότητας. Η ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας, παρά τις συνεχιζόμενες γεωπολιτικές εντάσεις και την αυξημένη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, συνέβαλε στη διατήρηση της ευρωστίας του τραπεζικού συστήματος. Παράλληλα, η ποιότητα του ενεργητικού των ελληνικών τραπεζών βελτιώθηκε περαιτέρω, περιορίζοντας ακόμη περισσότερο την απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Οι θετικές επιδόσεις του κλάδου αποτυπώνονται επίσης στις συνεχείς αναβαθμίσεις των πιστοληπτικών αξιολογήσεων των τραπεζών από διεθνείς οίκους, καθώς οι τέσσερις σημαντικές ελληνικές τράπεζες διαθέτουν πλέον αξιολόγηση BBB+, δηλαδή μία βαθμίδα χαμηλότερα από την κατηγορία Α.

Προτάσεις πολιτικής

Η οικονομική πολιτική των επόμενων ετών θα πρέπει να επικεντρωθεί στη μετάβαση της ελληνικής οικονομίας σε ένα πιο παραγωγικό, εξωστρεφές, καινοτόμο, πράσινο και ανθεκτικό αναπτυξιακό πρότυπο, μέσω ενός συνεκτικού πλέγματος μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων.

Βραχυπρόθεσμα, απαιτείται η άσκηση συνετής οικονομικής πολιτικής που θα λειτουργεί συμπληρωματικά προς τη νομισματική πολιτική της ΕΚΤ, χωρίς να ενισχύει τις πληθωριστικές πιέσεις. Οι όποιες παρεμβάσεις στήριξης νοικοκυριών και επιχειρήσεων θα πρέπει να είναι στοχευμένες, προσωρινές και δημοσιονομικά βιώσιμες, ενώ παράλληλα απαιτείται εντατικοποίηση των ελέγχων για τη διασφάλιση του υγιούς ανταγωνισμού στις αγορές. Μεσοπρόθεσμα, η ενίσχυση του ανταγωνισμού μέσω της άρσης κανονιστικών και διοικητικών εμποδίων αποτελεί βασικό εργαλείο για τη συγκράτηση των πιέσεων στις τιμές και τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας.

Κεντρική προτεραιότητα αποτελεί η αύξηση της παραγωγικότητας μέσω διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που βελτιώνουν το επιχειρηματικό περιβάλλον. Η επιτάχυνση της απονομής δικαιοσύνης, η μείωση της γραφειοκρατίας, η αύξηση της αποτελεσματικότητας της δημόσιας διοίκησης, η σταθερότητα του φορολογικού πλαισίου και η ολοκλήρωση του χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού μπορούν να ενισχύσουν σημαντικά την ελκυστικότητα της χώρας για επενδύσεις. Παράλληλα, απαιτείται περαιτέρω απλοποίηση του κανονιστικού πλαισίου, επιτάχυνση των αδειοδοτήσεων, πλήρης ψηφιοποίηση των διοικητικών διαδικασιών και συστηματική αξιολόγηση των κανονιστικών παρεμβάσεων.

Ιδιαίτερη έμφαση πρέπει να δοθεί στην αναβάθμιση της ποιότητας των επενδύσεων. Οι διαθέσιμοι ευρωπαϊκοί πόροι θα πρέπει να κατευθυνθούν κατά προτεραιότητα σε τομείς που ενισχύουν μόνιμα το παραγωγικό δυναμικό της οικονομίας, όπως η βιομηχανία, η έρευνα και ανάπτυξη, οι ενεργειακές υποδομές, τα logistics, η αγροδιατροφή, η φαρμακοβιομηχανία, οι εξωστρεφείς υπηρεσίες και οι τεχνολογίες αιχμής. Ιδιαίτερα σημαντικές είναι οι επενδύσεις σε άυλο κεφάλαιο, καινοτομία, τεχνητή νοημοσύνη και προηγμένες ψηφιακές εφαρμογές.

Καθοριστικής σημασίας είναι, επίσης, η αποτελεσματική αξιοποίηση των ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων της μετά RRF περιόδου, δηλαδή των πόρων του νέου Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου, του Κοινωνικού Ταμείου για το Κλίμα, του Ταμείου Εκσυγχρονισμού και άλλων ευρωπαϊκών προγραμμάτων.

Παράλληλα, απαιτείται μια πιο αποτελεσματική πολιτική για την καινοτομία. Η βελτίωση της διακυβέρνησης του συστήματος έρευνας και καινοτομίας, η ενίσχυση των συνεργασιών μεταξύ πανεπιστημίων, ερευνητικών κέντρων και επιχειρήσεων, η ανάπτυξη της αγοράς επιχειρηματικών κεφαλαίων και η ταχύτερη υιοθέτηση προηγμένων ψηφιακών τεχνολογιών από τις επιχειρήσεις μπορούν να ενισχύσουν σημαντικά την παραγωγικότητα.

Η βελτίωση της πρόσβασης των επιχειρήσεων σε χρηματοδότηση αποτελεί επίσης κρίσιμη προτεραιότητα. Η ανάπτυξη χρηματοδοτικών εργαλείων μέσω της ΕΑΤ, του Ομίλου ΕΤΕπ και του Ευρωπαϊκού Επενδυτικού Ταμείου, η διεύρυνση της αγοράς επιχειρηματικών κεφαλαίων και η προώθηση εναλλακτικών μορφών χρηματοδότησης μπορούν να περιορίσουν το χρηματοδοτικό κενό, ιδιαίτερα για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Παράλληλα, η συνέχιση της εξυγίανσης των τραπεζικών ισολογισμών και η ταχύτερη αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων θα ενισχύσουν τη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας.

Η ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας και της ανθεκτικότητας της οικονομίας προϋποθέτει την επιτάχυνση επενδύσεων σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, αποθήκευση, δίκτυα και διασυνδέσεις, σε συνδυασμό με τη βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας. Παράλληλα, απαιτούνται επενδύσεις σε ανθεκτικές υποδομές, πολιτική προστασία και προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, καθώς και ολοκληρωμένη διαχείριση φυσικών κινδύνων. Ιδιαίτερη έμφαση πρέπει να δοθεί στη βιώσιμη διαχείριση των φυσικών πόρων μέσω έργων ύδρευσης και εξοικονόμησης υδάτων, βελτίωσης της διαχείρισης αποβλήτων, ενίσχυσης της ανακύκλωσης και προώθησης της κυκλικής οικονομίας.

Στην αγορά εργασίας απαιτούνται πολιτικές που θα ενισχύσουν τη συμμετοχή γυναικών, νέων, ατόμων μεγαλύτερης ηλικίας και ευάλωτων ομάδων. Η επέκταση των δομών παιδικής μέριμνας και μακροχρόνιας φροντίδας, η προώθηση ευέλικτων μορφών εργασίας και η ενίσχυση των ενεργητικών πολιτικών απασχόλησης μπορούν να αυξήσουν το ποσοστό απασχόλησης. Παράλληλα, η αναβάθμιση του ανθρώπινου κεφαλαίου προϋποθέτει βελτίωση της εκπαίδευσης, ενίσχυση της επαγγελματικής κατάρτισης, ανάπτυξη ψηφιακών δεξιοτήτων και ισχυρότερη σύνδεση των δεξιοτήτων με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας.

Η αντιμετώπιση του στεγαστικού ζητήματος απαιτεί αύξηση της προσφοράς κατοικιών μέσω ταχύτερων αδειοδοτήσεων, αξιοποίησης αδρανών ακινήτων, ενίσχυσης των επενδύσεων σε κατοικίες και ανάπτυξης πολιτικών προσιτής και κοινωνικής στέγασης. Παράλληλα, η ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής προϋποθέτει αναβάθμιση των υπηρεσιών υγείας, ανάπτυξη της πρωτοβάθμιας φροντίδας, αντιμετώπιση των ελλείψεων προσωπικού και μείωση των περιφερειακών ανισοτήτων όσον αφορά την πρόσβαση στις υπηρεσίες.

Τέλος, η διατήρηση της δημοσιονομικής αξιοπιστίας και της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας απαιτεί τη συνέχιση της επίτευξης πρωτογενών πλεονασμάτων και τη διατήρηση της καθοδικής πορείας του δημόσιου χρέους, καθώς και την περαιτέρω ενίσχυση του ανταγωνισμού και της αποτελεσματικότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Ακολουθήστε το insider.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.

Διαβάζονται αυτή τη στιγμή

Μεταβιβάσεις ακινήτων: Σε δυο ταχύτητες οι εισπράξεις τον Απρίλιο, σε άνοδο γονικές παροχές και δωρεές

Το ρεκόρ 17 ετών στο ΧΑ - Η Ελλάδα στο space economy - Το 10% που κάνει τη διαφορά

Τα πολιτικά δώρα στη ΝΔ - Τι κάνει νιάου νιάου στα κεραμίδια της ΕΛΑΣ - Η «σιωπηλή μεταρρύθμιση»

Φόρτωση BOLM...

reader insiderinsiderinsiderinsiderinsider