Συμφωνίες με έμφαση στις υποδομές ύψους 16 δισ. δολαρίων έκλεισε με την Blackstone, την Brookfield Asset Management και την KKR το Κουβέιτ. Το deal αφορά κυρίως τους αγωγούς εξαγωγής πετρελαίου, ακόμη και καθώς η χώρα του Κόλπου δέχεται σχεδόν καθημερινές επιθέσεις από το Ιράν.
Οι τρεις εταιρείες θα κατέχουν ίσο μερίδιο 49% η καθεμία σε μια κοινοπραξία που θα μισθώσει τα δικαιώματα χρήσης όλων των περιουσιακών στοιχείων των αγωγών μιας θυγατρικής της κρατικής Kuwait Petroleum σύμφωνα με το Bloomberg. Η συναλλαγή αναμένεται να αποφέρει 7,85 δισ. δολάρια σε προκαταβολικά έσοδα για το Κουβέιτ.
Η κοινοπραξία περιλαμβάνει δικαιώματα μίσθωσης χρήσης για 13 αγωγούς. Η Kuwait Oil, θυγατρική της KPC, θα διατηρήσει τα δικαιώματα λειτουργίας και συντήρησης των assets για 20,5 χρόνια.
Οι Centerview Partners, HSBC Holdings και JPMorgan Chase ενήργησαν ως οικονομικοί σύμβουλοι στη συμφωνία. Τα έσοδα θα χρησιμοποιηθούν για την υποστήριξη του επενδυτικού προγράμματος της KPC, το οποίο περιλαμβάνει την αύξηση της παραγωγικής ικανότητας αργού πετρελαίου στα 4 εκατ. βαρέλια την ημέρα έως το 2035.
Το Κουβέιτ κανονικά αντλεί περίπου 2,5 εκατ. βαρέλια την ημέρα, αν και ο πόλεμος και το ουσιαστικό κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ το ανάγκασαν να μειώσει την παραγωγή.
Η συμφωνία, η μεγαλύτερη άμεση ξένη επένδυση στην ιστορία της χώρας, «στέλνει ένα ισχυρό μήνυμα ότι το Κουβέιτ συνεχίζει να αναδεικνύεται ως ελκυστικός προορισμός για το παγκόσμιο κεφάλαιο, ακόμη και εν μέσω ενός απαιτητικού περιφερειακού περιβάλλοντος», τόνισε ο Διευθύνων Σύμβουλος της KPC, Σεΐχης Ναουάφ Αλ-Σαμπάχ,.
Από τότε που οι εχθροπραξίες μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν ξέσπασαν ξανά γύρω στις 7 Ιουλίου, το Κουβέιτ έχει γίνει στόχος περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη χώρα από τις επιθέσεις με drones και πυραύλους της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Οι βάσεις του Κουβέιτ, μερικές από τις οποίες μοιράζονται με τις ΗΠΑ, μαζί με μονάδες παραγωγής ενέργειας και νερού, έχουν υποστεί ζημιές.
Παρ' όλα αυτά, το Κουβέιτ συγκέντρωσε 6 δισ. δολάρια μέσω τριμερούς πώλησης ομολόγων σε δολάρια την Τετάρτη, υπογραμμίζοντας την ανθεκτική ζήτηση για το χρέος του μέλους του ΟΠΕΚ.



