Οποιαδήποτε άλλη απόφαση πέρα από μια αύξηση επιτοκίων, στην ερχόμενη συνεδρίαση της ΕΚΤ στις 11 Ιουνίου, θα αποτελούσε μεγάλη έκπληξη, σχολιάζει ο επικεφαλής μακροοικονομικής ανάλυσης της ING, Carsten Brzeski.
Κι αυτό, παρά το γεγονός ότι η ΕΚΤ δεν βρίσκεται, ακόμη, αντιμέτωπη με μια κλασική περίπτωση αποσταθεροποίησης των πληθωριστικών προσδοκιών, αλλά μάλλον με το αναμενόμενο σενάριο αύξησης του πραγματικού γενικού πληθωρισμού, καθώς οι υψηλότερες τιμές ενέργειας μεταδίδονται και σε άλλους τομείς της οικονομίας.
Ωστόσο, κοιτώντας μπροστά, για τον πληθωρισμό της Ευρωζώνης η μόνη κατεύθυνση φαίνεται προς το παρόν να είναι ανοδική, αν και με σταδιακό ρυθμό. Προς αυτή την κατεύθυνση «δείχνει» και η απουσία ουσιαστικής δημοσιονομικής στήριξης απέναντι στις υψηλότερες τιμές ενέργειας, σε σύγκριση με το 2022.
Ο Brzeski σημειώνει, μεταξύ άλλων, ότι η μετακύλιση του αυξημένου ενεργειακού και παραγωγικού κόστους στην τελική κατανάλωση θα είναι περιορισμένη, καθώς οι καταναλωτές δεν έχουν ούτε τη δυνατότητα ούτε τη διάθεση να πληρώσουν αυτές τις υψηλότερες τιμές.
Παρότι το σημερινό μακροοικονομικό περιβάλλον είναι πολύ διαφορετικό από εκείνο του 2022 και δεν δικαιολογεί επιθετικές αυξήσεις επιτοκίων, τουλάχιστον όχι στην παρούσα φάση, η ΕΚΤ αναμένεται να προχωρήσει σε αύξηση επιτοκίων ως μια προληπτική κίνηση. Ο κίνδυνος να μην γίνει τίποτα και η ΕΚΤ να βρεθεί πίσω από τις εξελίξεις είναι μεγαλύτερος από τον κίνδυνο οι υψηλότεροι τόκοι να προκαλέσουν αρνητικές επιπτώσεις στην ανάπτυξη.
«Όσο οι αγορές ομολόγων αναλαμβάνουν ουσιαστικά το έργο της ΕΚΤ για τη σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής, όσο οι κυβερνήσεις δεν τροφοδοτούν έναν πληθωριστικό σπιράλ μέσω δημοσιονομικών παρεμβάσεων και όσο οι δείκτες οικονομικού κλίματος παραμένουν αδύναμοι, είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι η ΕΚΤ θα θελήσει πραγματικά να αντιμετωπίσει ένα εξωγενές σοκ προσφοράς με τίμημα την επιδείνωση της οικονομικής επιβράδυνσης» αναφέρει ο Brzeski.
Έτσι, μια αύξηση του επιτοκίου καταθέσεων κατά 25 μονάδες βάσης (από το 2%) θεωρείται πλέον δεδομένη και, όλη η προσοχή θα στραφεί στο κατά πόσο η ΕΚΤ θα δώσει κάποια ένδειξη για το τι θα ακολουθήσει μετά τη συνεδρίαση της επόμενης εβδομάδας. Παρότι ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή διαρκεί πολύ περισσότερο από όσο είχε αρχικά εκτιμηθεί, οι μεταβλητές των αγορών δεν έχουν κινηθεί αναλόγως. Οι τιμές του πετρελαίου, οι συναλλαγματικές ισοτιμίες και οι αποδόσεις των ομολόγων διαμορφώνονται σήμερα κοντά στα επίπεδα του Μαρτίου.
Ως εκ τούτου, η ING δεν αναμένει σημαντικές αλλαγές στις νέες μακροοικονομικές προβλέψεις της ΕΚΤ και θεωρεί ότι θα κινηθούν κοντά στις προβλέψεις του Μαρτίου. Αν υπάρξει κάποια μεταβολή, αυτή πιθανότατα θα αφορά μια ελαφρώς υψηλότερη πρόβλεψη για τον πληθωρισμό φέτος και μια οριακά χαμηλότερη πρόβλεψη για την ανάπτυξη. Η εικόνα για το 2027 και τα επόμενα χρόνια δύσκολα θα αλλάξει.



