Ένα ακόμη έτος στασιμότητας κινδυνεύει να είναι το 2026 για τη γερμανική οικονομία εξαιτίας των επιπτώσεων από τον πόλεμο στο Ιράν, σύμφωνα με το Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων της Alpha Bank για την Παγκόσμια Οικονομία.
Όπως αναφέρεται, η κυβέρνηση μείωσε κατά το ήμισυ τις προβλέψεις της για την αύξηση του ΑΕΠ, από 1% σε 0,5% φέτος, καθώς η ραγδαία άνοδος των τιμών της ενέργειας θα περιορίσει τις δημόσιες δαπάνες ύψους 1 τρισ. ευρώ.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται και άλλοι οικονομολόγοι, όπως ο επικεφαλής οικονομολόγος της Commerzbank, Jörg Krämer, ο οποίος δήλωσε στους Financial Times ότι είναι πολύ πιθανό το 2026 να είναι μια ακόμη χαμένη χρονιά από άποψη ανάπτυξης. Αντίστοιχα, ο επικεφαλής του think-tank Ifo, Clemens Fuest, δήλωσε ότι η στασιμότητα είναι η νέα κανονικότητα και ότι η ανάπτυξη θα ξαναρχίσει κάποια στιγμή, αλλά το πόσο σύντομα δεν μπορεί ακόμα να εκτιμηθεί (“Iran war drives Germany towards fourth year of stagnation”, Financial Times, 17 April 2026).
Οι ιδιωτικές επενδύσεις, οι εξαγωγές και η εγχώρια κατανάλωση παραμένουν στάσιμες, σύμφωνα με την γερμανική κυβέρνηση. Ο Γερμανός καγκελάριος Μερτς προειδοποίησε ότι οι επιπτώσεις του πολέμου στην οικονομία θα είναι αισθητές για πολύ καιρό ακόμα και ανακοίνωσε ένα πακέτο βραχυπρόθεσμων μέτρων ύψους 1,6 δισ. ευρώ για την ανακούφιση από την αύξηση των τιμών των καυσίμων.
Ο δείκτης επιχειρηματικών προσδοκιών στη βιομηχανία της Γερμανίας έχει επίσης επιδεινωθεί τα τελευταία έτη. Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat παραμένει σε χαμηλά επίπεδα τον Απρίλιο 2026 (-14,5) συγκριτικά με άλλες μεγάλες οικονομίες, όπως η Γαλλία (-8,4) και η Ισπανία (-5,1). Οι επιχειρήσεις είναι πιο επιφυλακτικές τόσο ως προς την τρέχουσα κατάσταση, όσο και ως προς τις προσδοκίες τους.

Όσον αφορά τον πληθωρισμό, η ανάλυση της Alpha Bank επισημαίνει πως ο πόλεμος στο Ιράν επηρέασε ήδη τις τιμές καταναλωτή. Συγκεκριμένα, ο δείκτης τιμών καταναλωτή τον Μάρτιο 2026 αυξήθηκε στο 2,7%, στο υψηλότερο επίπεδο των δύο τελευταίων ετών, λόγω της απότομης αύξησης των τιμών ενέργειας (+7,2% σε ετήσια βάση). Η πρόσφατη εκτίμηση της Κυβέρνησης για τον πληθωρισμό του 2026 είναι 2,7% (Federal Ministry for Economic Affairs and Energy, April 2026).
Στην αγορά εργασίας, ο αριθμός των ανέργων τον Μάρτιο 2026 μειώθηκε οριακά κατά 49.000, παραμένοντας στα 3,021 εκατ. άτομα, ενώ το ποσοστό ανεργίας διαμορφώθηκε στο 6,4%. Η αγορά εργασίας παραμένει γενικά σε καλή κατάσταση, ωστόσο, αντιμετωπίζει προκλήσεις λόγω της γεωπολιτικής αβεβαιότητας, της αποβιομηχάνισης, των περικοπών θέσεων εργασίας στη μεταποίηση και της αυξανόμενης χρήσης της τεχνητής νοημοσύνης.
Το ενεργειακό σοκ - μετά το σοκ των αμερικανικών δασμών - επιδεινώνει δομικά προβλήματα, όπως η συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού, η περιορισμένη αύξηση της παραγωγικότητας και η διογκούμενη γραφειοκρατία. Επίσης, ανατρέπει τα σχέδια για την ενίσχυση της ανάπτυξης και περιπλέκει τις ήδη δύσκολες μεταρρυθμίσεις του κράτους πρόνοιας. Η υψηλή αβεβαιότητα επηρεάζει αρνητικά τις αποφάσεις για ιδιωτικές επενδύσεις, αλλά και την καταναλωτική εμπιστοσύνη.
Όσον αφορά την κλαδική διάσταση, ο δείκτης βιομηχανικής παραγωγής ακολουθεί πτωτική τάση από τις αρχές του περασμένου έτους περίπου. Τον Μάρτιο 2025 είχε φθάσει στο επίπεδο του 101,2 και μέχρι τον Φεβρουάριο 2026 υποχώρησε στο 87. Ειδικότερα, η ενεργοβόρος βιομηχανία της Γερμανίας εξακολουθεί να είναι αποδυναμωμένη από τις προηγούμενες κρίσεις, οπότε η τρέχουσα κατάσταση επιδεινώνει τις συνθήκες παραγωγής. Ειδικά, η παραγωγή στη χημική και φαρμακευτική βιομηχανία - που είναι βασικοί πυλώνες της γερμανικής βιομηχανίας - έχει υποχωρήσει σε επίπεδα που είχαν παρατηρηθεί για τελευταία φορά στα τέλη του 2004 και παραμένει σε στασιμότητα τα τελευταία τρία χρόνια, σύμφωνα με στοιχεία της Bundesbank.

Σύμφωνα με δήλωση στους Financial Times του Henrik Meincke, επικεφαλής οικονομολόγου της Γερμανικής Ένωσης Χημικής Βιομηχανίας, πολλές επιχειρήσεις κλείνουν μονάδες παραγωγής και αντιμετωπίζουν προβλήματα χαμηλής αξιοποίησης της παραγωγικής ικανότητας και υψηλής πίεσης στα περιθώρια κέρδους. Στο πρώτο τρίμηνο του 2026, οι πτωχεύσεις επιχειρήσεων στη Γερμανία εκτοξεύτηκαν στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 20 ετών, ξεπερνώντας τα επίπεδα που είχαν καταγραφεί κατά τη διάρκεια της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2009.
Όπως καταλήγει η ανάλυση, εάν η κυβέρνηση καταφέρει να εφαρμόσει το δημοσιονομικό της πακέτο, η τόνωση της οικονομίας θα είναι αρκετά ισχυρή, ώστε να αντανακλάται σε υψηλότερη κατανάλωση και απασχόληση.