Έντονες πιέσεις, αυξημένη αβεβαιότητα και επιδεινούμενες δημοσιονομικές προοπτικές χαρακτηρίζουν το «τοπίο» του παγκόσμιου δημόσιου χρέους, σύμφωνα με την έκθεση Fiscal Monitor του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.
Ο διεθνής Οργανισμός επισημαίνει ότι η δυναμική του παγκόσμιου χρέους δεν παρουσίασε ουσιαστική βελτίωση το 2025, ενώ ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή προσέθεσε μια νέα, σημαντική πηγή δημοσιονομικής επιβάρυνσης. Η σύγκρουση, σύμφωνα με το Ταμείο, έχει παγκόσμιες επιπτώσεις, διαταράσσοντας τις ενεργειακές αγορές, αυξάνοντας το κόστος χρηματοδότησης και αναγκάζοντας τις κυβερνήσεις να ισορροπήσουν μεταξύ της προστασίας των πολιτών και της διατήρησης δημοσιονομικού χώρου. Το ΔΝΤ υπογραμμίζει ότι οι επιπτώσεις αυτές είναι άνισα κατανεμημένες, με τις χώρες χαμηλού εισοδήματος και τους καθαρούς εισαγωγείς ενέργειας να πλήττονται περισσότερο.
- Διαβάστε επίσης: «Πρωταθλήτρια κόσμου» η Ελλάδα στη μείωση του χρέους
Σε επίπεδο μεγεθών, το ΔΝΤ καταγράφει ότι το παγκόσμιο δημόσιο χρέος ανήλθε σχεδόν στο 94% του ΑΕΠ το 2025 και εκτιμά ότι, υπό τις τρέχουσες πολιτικές, θα φτάσει το 100% έως το 2029 -επίπεδο που είχε παρατηρηθεί μόνο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ωστόσο, όπως τονίζεται, το πρόβλημα δεν αφορά μόνο το υψηλό επίπεδο του χρέους, αλλά και τη συνεχιζόμενη ανοδική του πορεία. Τα υψηλότερα επιτόκια και η αυξημένη ευαισθησία των αγορών σε δημοσιονομικές ειδήσεις υποδηλώνουν ότι ο χώρος για να απορροφηθεί αυτή η πορεία περιορίζεται, προειδοποιεί το ΔΝΤ.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί, σύμφωνα με το ΔΝΤ, η σχεδόν πλήρης εξαφάνιση του «δημοσιονομικού περιθωρίου» για σταθεροποίηση του χρέους. Το λεγόμενο global fiscal gap έχει μειωθεί από πάνω από 1% του ΑΕΠ πριν από μία δεκαετία σε σχεδόν μηδενικό επίπεδο σήμερα, αντανακλώντας δομικές επιλογές πολιτικής, όπως η αύξηση μόνιμων δαπανών και η μείωση εσόδων σε μεγάλες οικονομίες. Παράλληλα, το ΔΝΤ σημειώνει ότι οι δαπάνες για τόκους αυξήθηκαν σημαντικά, από 2% σε σχεδόν 3% του παγκόσμιου ΑΕΠ μέσα σε τέσσερα χρόνια, επιβαρύνοντας περαιτέρω τα δημόσια οικονομικά.
Η έκθεση επισημαίνει επίσης ότι οι δημοσιονομικές πιέσεις είναι παγκόσμιες. Το ΔΝΤ αναφέρει ότι στις ΗΠΑ τα ελλείμματα παραμένουν υψηλά, ενώ το χρέος αναμένεται να αυξηθεί σημαντικά τα επόμενα χρόνια. Αντίστοιχα, στην Κίνα, η επεκτατική δημοσιονομική πολιτική οδηγεί σε αύξηση του χρέους, ενώ στην Ευρώπη οι αυξημένες αμυντικές δαπάνες δημιουργούν νέες προκλήσεις. Στις αναδυόμενες και αναπτυσσόμενες οικονομίες, το Ταμείο υπογραμμίζει ότι, παρά την πρόσβαση στις αγορές, τα επίπεδα χρέους παραμένουν υψηλά, ενώ στις φτωχότερες χώρες οι πληρωμές τόκων έχουν φτάσει σε ιστορικά υψηλά επίπεδα σε σχέση με τα έσοδα.
Το ΔΝΤ προειδοποιεί ότι οι κίνδυνοι για τη δημοσιονομική προοπτική έχουν ενταθεί. Το «χρέος σε κίνδυνο» (debt-at-risk) προβλέπεται να φτάσει περίπου το 117% του ΑΕΠ τα επόμενα χρόνια, ενώ πιθανά σενάρια, όπως η παράταση της σύγκρουσης ή μια χρηματοπιστωτική διόρθωση, θα μπορούσαν να επιδεινώσουν περαιτέρω την κατάσταση. Παράλληλα, το Ταμείο επισημαίνει ότι ο προστατευτισμός, ο γεωοικονομικός κατακερματισμός και η κοινωνική αστάθεια ενδέχεται να επιβαρύνουν τα δημόσια οικονομικά και να περιορίσουν την ανάπτυξη.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στις διαρθρωτικές μεταβολές στις αγορές κρατικού χρέους. Το ΔΝΤ σημειώνει ότι η αποχώρηση των κεντρικών τραπεζών από τις αγορές ομολόγων και η αυξανόμενη συμμετοχή ιδιωτών επενδυτών καθιστούν τις κυβερνήσεις πιο ευάλωτες στις συνθήκες των αγορών. Επιπλέον, η αυξανόμενη χρήση βραχυπρόθεσμου δανεισμού, ιδιαίτερα στις Ηνωμένες Πολιτείες, ενισχύει την ευαισθησία του χρέους σε μεταβολές της νομισματικής πολιτικής και αυξάνει τη συχνότητα αναχρηματοδότησης.
Συνολικά, το ΔΝΤ καταλήγει ότι το παράθυρο για μια ομαλή δημοσιονομική προσαρμογή στενεύει. Η συσσώρευση διαδοχικών σοκ -πανδημία, ενεργειακή κρίση, γεωπολιτικές εντάσεις- δοκιμάζει την ανθεκτικότητα των δημόσιων οικονομικών, ενώ η αβεβαιότητα παραμένει υψηλή. Σε αυτό το περιβάλλον, το Ταμείο τονίζει την ανάγκη για αξιόπιστες και μεσοπρόθεσμες δημοσιονομικές στρατηγικές, προκειμένου να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα του παγκόσμιου χρέους.