Ο παγκόσμιος «αγώνας» για ενεργειακή ασφάλεια ως απόρροια του πολέμου, αλλά και η αστάθεια στην τιμή του πετρελαίου και των αγορών, ενισχύει τη θέση της Κίνας, σύμφωνα με τον Τζάκι Τανγκ, διευθυντή επενδύσεων για τις αναδυόμενες αγορές στο τμήμα ιδιωτικής τραπεζικής της Deutsche Bank.
«Η Κίνα είναι η νικήτρια σε αυτόν τον πόλεμο από οικονομική άποψη, αλλά και από την άποψη του ενεργειακού μείγματος», δήλωσε σε συνέντευξή του.
Όπως μεταδίδει το Bloomberg, η εκτίμηση αυτή, έρχεται να προστεθεί σε ένα ήδη περίπλοκο σκηνικό. Σύμφωνα με το think tank, Bruegel, η εξάρτηση της Κίνας από τις εισαγωγές πετρελαίου από το Ιράν αναμένεται να αποτελέσει «σκληρή δοκιμασία» για την ενεργειακή της στρατηγική. Ταυτόχρονα, η θέση της χώρας ως του μεγαλύτερου παραγωγού καθαρών τεχνολογιών στον κόσμο, την τοποθετεί σε προνομιακή θέση, να παρέχει «χείρα βοηθείας» σε κυβερνήσεις που τώρα προσπαθούν να απεξαρτηθούν από τις εισαγωγές από τη Μέση Ανατολή, σύμφωνα με το στέλεχος της Deutsche Bank.
«Μακροπρόθεσμα, όλοι γνωρίζουν ότι ο κόσμος δεν μπορεί να βασιστεί στο πετρέλαιο», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η συνειδητοποίηση αυτή, θα αναγκάσει την Ασία, τον μεγαλύτερο εισαγωγέα πετρελαίου από τη Μέση Ανατολή να κάνει μία «επανεκκίνηση». Η Ιαπωνία, η Κορέα και η Ινδία είναι πλέον πιο πιθανό να αναζητήσουν τρόπους για να διαφοροποιήσουν το ενεργειακό τους μείγμα, και ο εξοπλισμός που απαιτείται για την επίτευξη αυτής της διαφοροποίησης θα προέλθει αναπόφευκτα από την Κίνα, τονίζει ο Τανγκ.
Καθώς η κατάσταση στη Μέση Ανατολή εναλλάσσεται μεταξύ απειλών και εύθραυστων εκεχειριών, η μεταβλητότητα των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου έχει εκτοξευθεί στα ύψη. Η συμφωνία για παύση των εχθροπραξιών για δύο εβδομάδες, προσέφερε πρόσκαιρη ανακούφιση την Τετάρτη, τα επόμενα βήματα, ωστόσο, παραμένουν εξαιρετικά αβέβαια.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι κυβερνήσεις θα συνεχίσουν να εργάζονται προς την κατεύθυνση της ενεργειακής ανεξαρτησίας. Η Κίνα, η οποία παραμένει ο μεγαλύτερος καταναλωτής άνθρακα στον κόσμο, αναπτύσσει ραγδαία τον τομέα της καθαρής τεχνολογίας στο πλαίσιο επίτευξης των στόχων της. Οι πηγές χαμηλών εκπομπών άνθρακα αντιπροσωπεύουν πλέον σχεδόν το 40% της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας, σε σύγκριση με περίπου 25% πριν από μια δεκαετία, σύμφωνα με έκθεση της Ember τον Φεβρουάριο. Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αποτελούν σχεδόν το 50% της εγκατεστημένης ισχύος, σύμφωνα με εκτιμήσεις της Barclays Plc.
«Μια δεκαετία ανάπτυξης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και ηλεκτροδότησης έχει μειώσει σημαντικά την έκθεση της Κίνας σε ενεργειακές κρίσεις», ανέφερε ομάδα της Barclays με επικεφαλής την Jian Chang, επικεφαλής οικονομολόγο της τράπεζας για την Κίνα στις 8 Απριλίου. «Το αποτέλεσμα είναι ότι το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο διαδραματίζουν πλέον μόνο δευτερεύοντα ρόλο στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας», πρόσθεσαν.
Η μακροπρόθεσμη «εστίαση της Κίνας στην ηλεκτροκίνηση» την καθιστά πιο ανθεκτική στις διακυμάνσεις των τιμών της ενέργειας, σύμφωνα με σημείωμα του τμήματος CIO της Lombard Odier προς τους επενδυτές νωρίτερα αυτό το μήνα. Επιπλέον, η συσσώρευση στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου έχει δημιουργήσει ένα αποτελεσματικό βραχυπρόθεσμο απόθεμα ασφαλείας έναντι της ανόδου των τιμών του πετρελαίου.
Ο Τανγκ αναφέρει ότι ένα νέο κύμα ζήτησης για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας θα ξεχωρίσει τους νικητές στον τομέα της καθαρής τεχνολογίας, μετά από χρόνια υπερβολικής ανάπτυξης που οδήγησαν τις τιμές σε επίπεδα στα οποία ορισμένες εταιρείες δεν μπορούσαν πλέον να ανταγωνιστούν.
«Το πρόβλημα στην Κίνα είναι ότι ο ανταγωνισμός είναι έντονος. Οι νικητές θα είναι εκείνοι που διαθέτουν υγιή ισολογισμούς, υγιή θεμελιώδη μεγέθη και τιμολογιακή ισχύ», τόνισε.
- Διαβάστε επίσης: Ο ρόλος της Κίνας στο Ιράν - Η γεωπολιτική «σκακιέρα» του πετρελαίου
Παράλληλα, ένα νέο κύμα ζήτησης για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αναμένεται να αναδείξει τους ισχυρότερους «παίκτες» στον κλάδο της καθαρής τεχνολογίας, μετά από χρόνια υπερπροσφοράς και έντονου ανταγωνισμού.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι εξαγωγείς εξοπλισμού με ισχυρά περιθώρια κέρδους -που μπορούν να απορροφήσουν αυξημένα κόστη- καθώς και εκείνοι με επαρκή ταμειακές ροές για συγχωνεύσεις και εξαγορές, αναμένεται να υπεραποδώσουν, σύμφωνα με τον Τανγκ. Η Deutsche Bank συμβουλεύει επίσης τους πελάτες private banking να προτιμούν εταιρείες με χαμηλότερο δανεισμό σε σχέση με τους ανταγωνιστές τους.
«Για πολλές από αυτές τις εταιρείες υποδομών, δυστυχώς, ο δείκτης μόχλευσης είναι υψηλός, καθώς πρόκειται για μικρής κεφαλαιοποίησης εταιρείες που εξαρτώνται από τραπεζικό δανεισμό», εξήγησε.
Συνήθως, ένα χαρτοφυλάκιο πελατών περιλαμβάνει περίπου 10%-15% τοποθέτηση σε κινεζικές μετοχές καθαρής ενέργειας. «Δεν επιδιώκουμε υπερβολική έκθεση, καθώς η μεταβλητότητα παραμένει υψηλή», σημείωσε.
Οι κινεζικές μετοχές συγκαταλέγονταν στους κορυφαίους «κερδισμένους» στον S&P Global Clean Energy Transition Index τις πρώτες εβδομάδες του πολέμου, ωστόσο τα περισσότερα από αυτά τα κέρδη έχουν πλέον εξαϋλωθεί.
Για την αντιμετώπιση της υπερπροσφοράς στον τομέα της καθαρής τεχνολογίας, η κινεζική κυβέρνηση έχει ξεκινήσει εκστρατεία περιορισμού του υπερβολικού ανταγωνισμού. Το τελευταίο πενταετές σχέδιο δίνει μικρότερη έμφαση στον κλάδο της ηλιακής ενέργειας, ενώ μειώνονται ή καταργούνται φορολογικά κίνητρα για εξαγωγές προϊόντων όπως τα φωτοβολταϊκά κύτταρα, εν μέσω διεθνών ανησυχιών για εμπορικές ανισορροπίες.
«Η Κίνα είναι αποφασισμένη να διατηρήσει τις τιμές σε ανταγωνιστικά επίπεδα, διασφαλίζοντας παράλληλα τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων», κατέληξε ο Τανγκ.