Με το ενεργειακό κόστος να παραμένει σε υψηλά και κυρίως ασταθή επίπεδα, η κυβέρνηση ολοκληρώνει την κατάρτιση του πακέτου στήριξης για τη βιομηχανία, σε μια προσπάθεια να απορροφηθούν οι πιέσεις που δέχονται οι ενεργοβόρες επιχειρήσεις. Οι ανακοινώσεις τοποθετούνται χρονικά πριν από το Πάσχα, πιθανότατα μετά τα μέσα της επόμενης εβδομάδας, με στόχο να δοθεί άμεση απάντηση σε μια αγορά που λειτουργεί με αυξημένο κόστος και περιορισμένη ορατότητα.
Η ανάγκη παρέμβασης δεν προκύπτει μόνο από το επίπεδο των τιμών, αλλά κυρίως από τη μεταβλητότητα στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και το βάρος των εκπομπών CO₂, που διαμορφώνουν ένα περιβάλλον αβεβαιότητας για τον προγραμματισμό και την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας.
Για τη βιομηχανία, το πρόβλημα δεν είναι μόνο πόσο κοστίζει η ενέργεια, αλλά ότι το κόστος αυτό μεταβάλλεται συνεχώς, καθιστώντας δύσκολο τον προγραμματισμό παραγωγής και τη διαμόρφωση τιμών. Σε αυτό προστίθεται και η επιβάρυνση από τα δικαιώματα εκπομπών CO₂, που ενσωματώνονται στην τιμή του ρεύματος, αυξάνοντας περαιτέρω το συνολικό ενεργειακό κόστος. Το αποτέλεσμα είναι ότι η ελληνική βιομηχανία καλείται να λειτουργήσει με ακριβότερους και πιο ασταθείς όρους σε σχέση με άλλες αγορές, με άμεση επίπτωση στην ανταγωνιστικότητα και στα περιθώρια της παραγωγής.
- Σύνοδος Κορυφής: Άνοιγμα για εθνικά μέτρα και ευελιξία, σύγκρουση για το ETS και το κόστος ενέργειας
- Ευρώπη χωρίς «μαξιλάρι» φυσικού αερίου: Πίεση στις τιμές και τι σημαίνει για την Ελλάδα
Το «κόστος αβεβαιότητας»
Το «κόστος αβεβαιότητας» της βιομηχανίας μεταφράζεται σε υψηλότερο πραγματικό κόστος παραγωγής, καθώς οι επιχειρήσεις ενσωματώνουν περιθώρια ασφαλείας ή αποφεύγουν να δεσμευτούν σε επενδύσεις. Το αποτέλεσμα είναι μια αγορά που λειτουργεί αμυντικά, με άμεσο αντίκτυπο όχι μόνο στο κόστος, αλλά και στην επενδυτική δραστηριότητα.
Πίσω από αυτή την αστάθεια κρύβονται και βαθύτεροι μηχανισμοί της αγοράς. Η αυξημένη διείσδυση των ΑΠΕ δημιουργεί το λεγόμενο «cannibalization effect», με χαμηλές τιμές σε ώρες υψηλής παραγωγής και απότομες αυξήσεις όταν η παραγωγή υποχωρεί. Παράλληλα, το ευρωπαϊκό μοντέλο αγοράς, όπου η τιμή καθορίζεται από την ακριβότερη μονάδα παραγωγής, διατηρεί το κόστος συνδεδεμένο με το φυσικό αέριο. Σε αυτό το πλαίσιο, οι μεγάλες βιομηχανικές μονάδες με σταθερή κατανάλωση και υψηλό load factor επιβαρύνουν λιγότερο το σύστημα, ενισχύοντας τα επιχειρήματα για ειδική μεταχείριση.
Η επίδραση αυτών των παραγόντων δεν περιορίζεται στο επίπεδο των τιμών, αλλά επεκτείνεται άμεσα στη θέση της βιομηχανίας στην αγορά.
Το χάσμα της ανταγωνιστικότητας
Η πίεση στην ανταγωνιστικότητα δεν αποτυπώνεται μόνο ποιοτικά, αλλά και στα στοιχεία. Σύμφωνα με τον International Energy Agency, οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας για τη βιομηχανία στην Ευρώπη παραμένουν περίπου διπλάσιες σε σχέση με τις ΗΠΑ και κατά περίπου 50% υψηλότερες από την Κίνα, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι το ενεργειακό κόστος για τη βιομηχανία εξακολουθεί να είναι έως και δύο έως τέσσερις φορές υψηλότερο σε σχέση με βασικούς εμπορικούς εταίρους.
Την ίδια στιγμή, η εικόνα είναι άνιση ακόμη και εντός Ευρώπης, με τις τιμές στη Νοτιοανατολική Ευρώπη - και την Ελλάδα - να παραμένουν αισθητά υψηλότερες από τη Δυτική και Βόρεια Ευρώπη. Το αποτέλεσμα είναι ότι η ενεργειακή επιβάρυνση δεν λειτουργεί απλώς ως κόστος, αλλά ως παράγοντας που καθορίζει άμεσα τη δυνατότητα παραγωγής, εξαγωγών και τελικά τη θέση της βιομηχανίας στον διεθνή ανταγωνισμό.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ανάγκη για παρέμβαση αποκτά πιο επείγοντα χαρακτήρα.
Ο πυρήνας του πακέτου: Περισσότερα χρήματα από το CO₂
Σε αυτό το περιβάλλον αυξημένου κόστους και έντονης μεταβλητότητας, το βάρος για τη βιομηχανία δεν προκύπτει μόνο από την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά και από το ευρωπαϊκό πλαίσιο τιμολόγησης των εκπομπών. Εκεί ακριβώς επιχειρεί να παρέμβει το πακέτο στήριξης.
Σε αυτό προστίθεται το κόστος εκπομπών μέσω του συστήματος ETS της Ευρωπαϊκή Ένωση, με τη βιομηχανία να επιβαρύνεται είτε άμεσα είτε έμμεσα μέσω της τιμής του ρεύματος.
Για κλάδους όπως το τσιμέντο, ο χάλυβας, το αλουμίνιο, τα διυλιστήρια και η χημική βιομηχανία, η επιβάρυνση είναι διπλή, καθώς πληρώνουν τόσο για τις δικές τους εκπομπές όσο και για το CO₂ που ενσωματώνεται στην ηλεκτρική ενέργεια που καταναλώνουν.
Ο βασικός κορμός του πακέτου στήριξης φαίνεται να είναι η ενίσχυση της αντιστάθμισης του κόστους CO₂. Σήμερα, ο υπολογισμός γίνεται με έναν συντελεστή περίπου 0,80 τόνων CO₂ ανά MWh, ενώ εξετάζεται αύξησή του προς τα 0,85 tCO₂/MWh.
Η μεταβολή αυτή σημαίνει αύξηση περίπου 6,25% στην αποζημίωση, κάτι που μεταφράζεται σε μεγαλύτερη επιστροφή κόστους προς τις επιχειρήσεις για κάθε MWh κατανάλωσης.
Τι άλλο εξετάζεται στο πακέτο στήριξης προς τη βιομηχανία
Το πακέτο στήριξης δεν αναμένεται να περιοριστεί σε ένα μόνο μέτρο, αν και δεν βρίσκονται όλα τα εργαλεία στο ίδιο στάδιο ωριμότητας.
Η ενίσχυση της αντιστάθμισης CO₂ αποτελεί το πιο ώριμο και άμεσο μέτρο. Πέρα από αυτό, σε επίπεδο σχεδιασμού εξετάζονται και συμπληρωματικές παρεμβάσεις, όπως η ενίσχυση των διμερών συμβολαίων προμήθειας ενέργειας και μηχανισμοί που θα μπορούσαν να περιορίσουν τη μεταβλητότητα των τιμών.
Παράλληλα, στο τραπέζι βρίσκονται αλλαγές στις ρυθμιζόμενες χρεώσεις, όπως οι χρεώσεις δικτύου ή επιβαρύνσεις τύπου ΕΤΜΕΑΡ, αν και πρόκειται για πιο σύνθετες παρεμβάσεις που απαιτούν μεγαλύτερη επεξεργασία και συνεννόηση με τις ευρωπαϊκές αρχές.
Στο πλαίσιο του ίδιου σχεδιασμού, εξετάζεται και η μεγαλύτερη συμμετοχή της βιομηχανίας στη λειτουργία της αγοράς, μέσω μηχανισμών ευελιξίας που επιτρέπουν τη μεταφορά ή τη μείωση της κατανάλωσης σε ώρες αιχμής.
Η λογική είναι ότι η ίδια η ζήτηση μπορεί να συμβάλει στη σταθεροποίηση της αγοράς, μειώνοντας τις ακραίες διακυμάνσεις.
Μια δύσκολη εξίσωση
Το πακέτο στήριξης καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στη στήριξη της βιομηχανίας, τα δημοσιονομικά περιθώρια και τους ευρωπαϊκούς κανόνες. Το ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι αν και πότε θα ανακοινωθεί αν αυτό θα ανταποκρίνεται στις ανάγκες της αγοράς. Οι επιχειρήσεις ζητούν μια πιο ουσιαστική παρέμβαση στο ενεργειακό κόστος, ενώ το πακέτο που διαμορφώνεται κινείται πιο κοντά σε στοχευμένες διορθώσεις. Η απόσταση ανάμεσα στις προσδοκίες και σε όσα τελικά θα ανακοινωθούν είναι αυτή που θα κρίνει και το αποτέλεσμα.