Σε πιο… καθαρά νερά προσβλέπει πλέον η εγχώρια ιχθυοκαλλιέργεια, ένας από τους πιο δυναμικούς και εξωστρεφείς κλάδους της ελληνικής οικονομίας. Το νέο κεφάλαιο που ανοίγεται για τον ισχυρότερο «παίκτη» του χώρου, την Avramar, μετά την είσοδο στρατηγικού επενδυτή, καθώς και οι μεγάλες προοπτικές που παρουσιάζει το ελληνικό ψάρι, κατατάσσουν τον κλάδο στα υψηλότερα σκαλιά της διεθνούς κατάταξης. Την ίδια ώρα, τα χρόνια προβλήματα που ταλανίζουν τον χώρο απαιτούν εδώ και τώρα λύσεις, ώστε οι επόμενες χρονιές να είναι ακόμη καλύτερες για τον ελληνική ιχθυοκαλλιέργεια.
Κλάδος - πρωταθλητής
«Για εμάς τους Έλληνες η θάλασσα δεν είναι μόνο μέρος της ταυτότητάς μας, αλλά και μέρος της παραγωγής και κομμάτι επενδύσεων», δήλωσε το πρωί της Παρασκευής, ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Μαργαρίτης Σχοινάς, μιλώντας από το βήμα του 4ου Κλαδικού Συνεδρίου Ιχθυοκαλλιέργειας 2026.
Ο υπουργός χαρακτήρισε την ελληνική υδατοκαλλιέργεια έναν σύγχρονο κλάδο με δυναμική, με εξωστρέφεια, με επενδύσεις, καθώς και με υψηλό δείκτη απασχόλησης στις τοπικές κοινωνίες.
«Η πρόοδος και ο πρωταθλητισμός δεν προέκυψαν τυχαία για τον κλάδο. Η ανάπτυξη ήρθε μέσα σε συνθήκες σκληρού ανταγωνισμού διεθνώς, μέσω της καινοτομία και της ποιότητας, αλλά και μέσω τεχνογνωσίας δεκαετιών», δήλωσε ο υπουργός και πρόσθεσε πως «το ελληνικό ψάρι βρίσκεται πλέον παντού, ως άξιος πρεσβευτής της ποιότητας και της ελληνικότητας, ενώ συνδέεται άμεσα με την ουσία της μεσογειακής παραγωγής».
«Η ελληνική υδατοκαλλιέργεια θα συνεχίσει να αποτελεί έναν από τους μεγάλους πυλώνες της σύγχρονης Ελλάδας και αξίζει να είναι παράδειγμα και για άλλους κλάδους ώστε η ελληνική παραγωγή να γίνει πιο ανταγωνιστική και πιο ποιοτική», τόνισε χαρακτηριστικά ο υπουργός.
Λαμβάνοντας τον λόγο ο Επίτροπος Αλιείας και Ωκεανών της ΕΕ, Δρ. Κώστας Καδής, δήλωσε ότι η υδατοκαλλιέργεια βρίσκεται στο επίκεντρο των δραστηριοτήτων της ευρωπαϊκής κοινότητας, χαρακτηρίζοντας παράλληλα αναγκαία την επιτάχυνση της προόδου του κλάδου, μέσα από ένα σαφές πλαίσιο στήριξής του με έμφαση στην απλούστευση των διαδικασιών και την καινοτομία.
Με τη σειρά του ο πρόεδρος του ΔΣ και Διευθύνων Σύμβουλος της ΑΜΒΙΟ ΑΕ αναγνώρισε ότι ο κλάδος βρίσκεται σε φάση ανάκαμψης, έχοντας «κερδίσει» νέες αγορές και έχοντας διασφαλίσει την υπεροχή των προϊόντων του, ωστόσο προειδοποίησε για τα εμπόδια που προκύπτουν από θεσμικές και περιβαλλοντικές προκλήσεις, καθώς και από τα απόνερα των κρίσεων των τελευταίων ετών.
Μεγάλο «αγκάθι» το χωροταξικό
Ωστόσο, τα βασικά προβλήματα του κλάδου παραμένουν, με τον χωροταξικό σχεδιασμό των καλλιεργειών να αποτελεί αναμφίβολα το μεγαλύτερο «αγκάθι». Όπως προκύπτει από τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Ελληνικής Οργάνωσης Παραγωγών Υδατοκαλλιέργειας (ΕΛΟΠΥ), ως προς τις θεσμικές μεταρρυθμίσεις έχει σημειωθεί μικρή πρόοδος. Είναι χαρακτηριστικό ότι από το 2015 μέχρι σήμερα έχουν ιδρυθεί μόλις επτά από τις 23 συνολικά Περιοχές Οργανωμένης Ανάπτυξης των Υδατοκαλλιεργειών (ΠΟΑΥ) που έχουν προβλεφθεί.
Παρά τις διαδοχικές παρατάσεις που έχουν δοθεί, το χωροταξικό των υδατοκαλλιεργειών εξακολουθεί να παρουσιάζει καθυστερήσεις υποβαθμίζοντας την αναπτυξιακή προοπτική, τον εξορθολογισμό της παραγωγικής διαδικασίας αλλά και την εμπιστοσύνη των επενδυτών.
Μάλιστα, ειδική μνεία στον χωροταξικό σχεδιασμό για τις ιχθυοκαλλιέργειες είχε κάνει πέρυσι τον Σεπτέμβριο, από το βήμα της 89ης ΔΕΘ, ο ίδιος ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης αναλαμβάνοντας τη δέσμευση για προώθηση του χωροταξικού ζητήματος του κλάδου.
«Οι διαδικασίες για το χωροταξικό πρέπει να τρέξουν. Σε κάθε συνέδριο απευθύνομαι σε διαφορετική πολιτική ηγεσία, διαφορετικό υπουργό, διαφορετικό αρμόδιο υφυπουργό. Ο νόμος είναι ψηφισμένος από το 2011. Δεν θέλουμε άλλους νόμους, θέλουμε να εφαρμοστούν αυτοί που έχουν ψηφιστεί», ανέφερε σε υψηλούς τόνους από το βήμα του συνεδρίου ο πρόεδρος του ΔΣ της ΕΛΟΠΥ και αντιπρόεδρο του ΔΣ της Avramar, Απόστολος Τουραλιάς.
«Το αίτημα για το χωροταξικό είναι πλέον γραφικό γιατί είναι το ίδιο τόσα χρόνια», τόνισε ο ίδιος, αφήνοντας αιχμές προς το υπουργείο Περιβάλλοντος για ολιγωρία.
«Η ολοκλήρωση της θεσμοθέτησης των Περιοχών Οργανωμένης Ανάπτυξης των Υδατοκαλλιεργειών (ΠΟΑΥ) αποτελεί κρίσιμη προτεραιότητα για εμάς», απάντησε από την πλευρά του ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.
«Ξέφωτο» ανάπτυξης για την Avramar
Στο μεταξύ, όπως αποκάλυψε στο 4ο Κλαδικό Συνέδριο Ιχθυοκαλλιέργειας 2026 ο αντιπρόεδρος Δημοσίων Σχέσεων της Cooke, Joel Richardson, μέσα στις επόμενες 15 ημέρες ολοκληρώνεται η εξαγορά της Avramar από την καναδική Cooke, σε μια εξέλιξη που ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο για τον ισχυρότερο «παίκτη» της εγχώριας ιχθυοκαλλιέργειας και βάζει τέλος σε ένα από τα μεγαλύτερα επιχειρηματικά σήριαλ των τελευταίων ετών.
Υπενθυμίζεται ότι πριν από περίπου δύο μήνες – στα μέσα του περασμένου Μαρτίου – ανακοινώθηκε η προκαταρκτική συμφωνία της καναδικής Cooke για την απόκτηση των δανειακών υποχρεώσεων της Avramar Ελλάδας, έναντι τιμήματος περίπου 200 εκατ. ευρώ.
«Είμαστε κοντά στο να κλείσει η εξαγορά, ίσως και στο επόμενο 15νθήμερο. Πολύ σύντομα θα έχουμε ανακοινώσεις», δήλωσε χθες ο Joel Richardson. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι Καναδοί της Cooke αποφάσισαν να επενδύσουν στην ελληνική αγορά, μέσω της απόκτησης της Avramar, καθώς αντιλήφθηκαν πως υπάρχει δυνατότητα να «ταιριάξουν» επιχειρηματικά και όχι μόνο οι δύο πλευρές. «Εμείς θέλουμε να δούμε πως μπορεί να ταιριάξει η Cooke ως ξένος επενδυτής και να μεγαλώσει ως εταιρεία. Με την Avramar είδαμε ότι μπορούμε να ταιριάξουμε», τόνισε ο ίδιος, σπεύδοντας να εξηγήσει πως «η καναδική εταιρεία έχει πραγματοποιήσει περί τις 100 εξαγορές παγκοσμίως με κοινό παρανομαστή το ταίριασμα με ανθρώπους που ξέρουν να καινοτομούν και να μην φοβούνται».
Ο Joel Richardson αποκάλυψε και τα σχέδια του καναδικού ομίλου για την επόμενη μέρα της Avramar. «Είμαστε διατεθειμένοι να επενδύσουμε πολλά στην Ελλάδα. Θέλουμε να αγκαλιάσουμε την Avramar και να την πάμε στην επόμενη ‘πίστα’. Τους τελευταίους μήνες στείλαμε πολλά δικά μας άτομα εδώ στην Ελλάδα να δουν από κοντά πως λειτουργεί η εταιρεία», σημείωσε.
Αναφερόμενος πιο συγκεκριμένα στο επενδυτικό πλάνο που σχεδιάζεται, έκανε λόγο για επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες, με στόχο τη βελτίωση υποδομών, εξοπλισμού και συστημάτων τροφοδοσίας, αλλά και την περαιτέρω ανάπτυξη των εξαγωγών. «Υπάρχουν ευκαιρίες στην Ελλάδα για περαιτέρω αύξηση παραγωγής. Θέλουμε να δούμε πού μπορούμε να εφαρμόσουμε καινοτομία και τεχνολογία», πρόσθεσε ο ίδιος, αποκαλύπτοντας ότι «η Cooke θα φέρει κι άλλο κόσμο στην Ελλάδα από άλλα κράτη με στόχο την παροχή τεχνογνωσίας». Μάλιστα ο ίδιος απηύθυνε κάλεσμα προς την ελληνική κυβέρνηση «να αγκαλιάσει τον κλάδο» και να του παρέχει τα κατάλληλα εργαλεία «για σιγουριά και προβλεψιμότητα».
Ερωτηθείς δε ο Joel Richardson για το ενδεχόμενο η Cooke να δρομολογήσει και νέες εξαγορές εταιρειών στην Ελλάδα, δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο. «Μας ενδιαφέρει η ενδοεταιρική διοργάνωση και είμαστε μια εταιρεία που δημιουργεί οικονομίες κλίμακος», εξήγησε, για να προσθέσει πως «παγκοσμίως ο κλάδος είναι κατακερματισμένος».
Υπενθυμίζεται εδώ ότι η Cooke Aquaculture είναι ένας από τους μεγαλύτερους «παίκτες» του κλάδου της ιχθυοκαλλιέργειας παγκοσμίως. Πρόκειται για μια οικογενειακή εταιρεία που ξεκίνησε το 1985 με μόλις τρεις υπαλλήλους. Ιδρυτής και επικεφαλής του ομίλου Cooke είναι ο Γκλεν Κουκ. Σήμερα η εταιρεία είναι ένας κολοσσός με 13.000 εργαζόμενους σε ολόκληρο τον κόσμο, δραστηριοποιείται ήδη σε 15 αγορές, ενώ η ελληνική αγορά είναι η 16η στην οποία «μπαίνει». Η Cooke πραγματοποιεί πωλήσεις σε 75 χώρες του κόσμου.
Η καναδική εταιρεία επιχείρησε τους τελευταίους μήνες με κάθε τρόπο να αποκτήσει την Avramar Greece, ενώ κίνηση ματ θεωρήθηκε η απόφαση να προχωρήσει στην εξαγορά της Avramar Seafood SL, ήτοι της μητρικής εταιρείας του ομίλου στην Ισπανία.
Η Avramar Greece βρέθηκε ένα βήμα πιο κοντά στην «αγκαλιά» των Καναδών όταν τέθηκε εκτός κάδρου η αραβικών συμφερόντων Aqua Bridge. Η Aqua Bridge είχε αναδειχθεί λίγο πριν τα τέλη του 2024 προτιμητέος επενδυτής στον διαγωνισμό που είχε «τρέξει» η Deloitte για την Avramar, ενώ τον περασμένο Φεβρουάριο είχε προχωρήσει στην υπογραφή συμφωνίας με τις πιστώτριες τράπεζες για την απόκτηση των δανείων και των ενέχυρων των μετοχών της Avramar, έναντι τιμήματος 230 εκατ. ευρώ περίπου. Ωστόσο, η Aqua Bridge βρέθηκε εκτός κάδρου όταν δεν προχώρησε, ως όφειλε, στην κατάθεση της εγγυητικής επιστολής που όριζε η συμφωνία που είχε υπογραφεί με τις τράπεζες. Από το περασμένο Φθινόπωρο μέχρι και πρόσφατα, Cooke και Aqua Bridge «κονταροχτυπήθηκαν» αρκετές φορές για την απόκτηση της Avramar Greece, καταθέτοντας τη μια ελκυστική προσφορά μετά την άλλη.
«Η είσοδος στρατηγικού επενδυτή στην Avramar μας γεμίζει αισιοδοξία ότι ο κλάδος έχει βγει στο ξέφωτο της ανάπτυξης και της ευημερίας, παρά την αβεβαιότητα που επικρατεί στη διεθνή συγκυρία», τόνισε χαρακτηριστικά χθες ο κ. Τουραλιάς.
Ο κλάδος σε αριθμούς
Σύμφωνα με τους φορείς του κλάδου, το 2025 ήταν κερδοφόρο για την ελληνική υδατοκαλλιέργεια. Η ζήτηση για ελληνικό ψάρι παρέμεινε υγιής, η πορεία των εξαγωγών κατέγραψε άνοδο ενώ ενισχύθηκε η διείσδυση σε σημαντικές αγορές.
Όπως προκύπτει από την 11η Ετήσια Έκθεση Υδατοκαλλιέργειας της ΕΛΟΠΥ, το 2024 η παραγωγή τσιπούρας και λαβρακιού μειώθηκε κατά 5,5% στους 114.500 τόνους ακολουθώντας την τάση που είχε η παράγωγη τους στην Ε.Ε. αλλά και διεθνώς. Η αξία των πωλήσεων ωστόσο αυξήθηκε κατά 3,5% στα 721 εκατ. ευρώ βελτιώνοντας τα οικονομικά αποτελέσματα των επιχειρήσεων του κλάδου.
Η πτώση της παραγωγής επηρέασε ανάλογα και τις εξαγωγές ψαριών ιχθυοκαλλιέργειας οι οποίες κυμάνθηκαν στους 94.132 τόνους. Οι μέσες τιμές εξαγωγών ήταν βελτιωμένες και για τα δύο είδη σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά (+17% η τσιπούρα, +2% το λαβράκι). Σε μία χρονιά όπου το ισοζύγιο εξαγωγών-εισαγωγών της χώρας ήταν ελλειμματικό, τα ψάρια ελληνικής ιχθυοκαλλιέργειας διατήρησαν την έντονη εξωστρέφεια τους συμβάλλοντας θετικά στο εμπορικό ισοζύγιο τροφίμων.
Το 82% της παραγωγής διατέθηκε σε 38 αγορές εκτός Ελλάδας. Ειδικότερα, οι εξαγωγές ελληνικής τσιπούρας και λαβρακιού το 2024 ανήλθαν σε 94.132 τόνους αξίας 585,1 εκατ. ευρώ παρουσιάζοντας πτώση 6,2% ως προς τον όγκο και αύξηση 2,3% ως προς την αξία εξαγωγών σε σχέση με το 2023, κατατάσσοντας την ιχθυοκαλλιέργεια στον πρώτο εξαγωγικό κλάδο ζωικής παραγωγής της χώρας.
Να σημειωθεί εδώ ότι η Ελληνική Οργάνωση Παραγωγών Ιχθυοκαλλιέργειας (ΕΛΟΠΥ) είναι ο κύριος φορέας ανάπτυξης της ελληνικής ιχθυοκαλλιέργειας.
Σήμερα στην Ελλάδα δραστηριοποιούνται περίπου 285 μονάδες θαλάσσιας υδατοκαλλιέργειας, με παραγωγή άνω των 120.000 τόνων ετησίως και με αξία 670 εκατ. ευρώ. Υπάρχουν 24 ιχθυογεννητικοί σταθμοί, ενώ στον κλάδο βρίσκονται περισσότερες από 700 επιχειρήσεις, με ισχυρό αποτύπωμα στην απασχόληση που μεταφράζεται σε περισσότερες από 10.000 θέσεις εργασίας.