Στον παράνομο τζόγο στρέφει η κυβέρνηση τους παίκτες με την επιλογή της να αυξήσει σε μόνιμη βάση τη φορολογία στα κέρδη όσων επιλέγουν να παίξουν νόμιμα. Η κυβέρνηση αποφάσισε να επιβάλει επιπλέον «χαράτσι», κάτι που θα μπορούσε να εκληφθεί ως μία «κοινωνικά δίκαιη» κίνηση για να καλυφθεί ένα μέρος από το κόστος του νέου πακέτου προσωρινών μέτρων στήριξης. Στην πραγματικότητα όμως, αυτό που κάνει η νέα απόφαση του οικονομικού επιτελείου είναι να στρέψει και άλλο κόσμο στα παράνομα διαδικτυακά τυχερά παιχνίδια, που λειτουργούν χωρίς κανονισμούς, χωρίς προβλέψεις και ασφαλιστικές δικλείδες για τον εθισμό και βέβαια χωρίς να αποδίδουν ούτε ένα σεντ φόρου.
Καθώς λοιπόν η πληγή του παράνομου τζόγου παραμένει ανοικτή, κινήσεις σαν το νέο «χαράτσι» στους νόμιμους παίκτες είναι αμφίβολης αποτελεσματικότητας, αλλά και κρύβουν κινδύνους. Οι κίνδυνοι δεν αφορούν μόνο τους ίδιους τους παίκτες που έχουν έναν ακόμη λόγο να οδηγηθούν στο παράνομο στοιχηματισμό - ο οποίος αναπτύσσεται ταχύτατα, ειδικά τώρα που εν μέσω κρίσης τιμών και πίεσης στο διαθέσιμο εισόδημα οι πιο φθηνές λύσεις φαντάζουν πιο θελκτικές. Αφορούν και τα κρατικά ταμεία, καθώς στερούνται από το κράτος πολύτιμα φορολογικά έσοδα.
Το ενεργό μέτωπο του παράνομου στοιχηματισμού οδήγησε άλλωστε (μετά από αρκετό διάστημα αναμονής) στο περίφημο νομοσχέδιο για τη θωράκιση του κλάδου με βαριές ποινές για τους παραβάτες. Ωστόσο το νομοσχέδιο, αν και παρουσιάσθηκε πριν από έναν περίπου μήνα, δεν έχει πάρει ακόμη το δρόμο προς τη Βουλή και αναμένεται ακόμα να τεθεί προς δημόσια διαβούλευση.
Κατά συνέπεια, υπάρχει μεν σχέδιο για νομοθετική παρέμβαση, αλλά είναι ακόμη στα σκαριά. Η αγορά δεν έχει θωρακισθεί και χρειάζεται χρόνος για να στηθούν οι μηχανισμοί που θα περιορίσουν τις διαρροές προς την παρανομία του στοιχηματισμού η οποία προσφέρει αφορολόγητες αποδόσεις και απουσία κρατικής εποπτείας.
Αντί λοιπόν να θωρακισθεί ο κλάδος, επιβάλλονται νέοι φόροι. Όπως ανακοινώθηκε από τον Πρωθυπουργό και εξειδικεύθηκε από την ηγεσία του ΥΠΕΘΟΟ αυξάνεται από την 1η Ιουλίου και σε μόνιμη βάση από 15% σε 20% ο συντελεστής φορολόγησης κερδών των παιχτών διαδικτυακών τυχερών παιχνιδιών για κέρδη από 100,1 ευρώ έως 500 ευρώ. Επίσης ο συντελεστής αυξάνεται από 20% σε 30% για κέρδη άνω των 500 ευρώ. Και αυτό την ώρα που ήδη υπερφορολογείται: Ο κλάδος έχει από τα υψηλότερα φορολογικά αποτυπώματα στην ΕΕ, με τη χώρα μας να είναι ένα από τα λίγα κράτη που φορολογεί και εταιρείες και παίχτες. Αποφέρει φορολογικά έσοδα πάνω από 1 δις ευρώ με την τάση ανοδική, και το ποσό θα μπορούσε να αυξηθεί ακόμη ταχύτερα αν έκλεινε η πληγή του παράνομου στοιχηματισμού.
Μεγάλη η πληγή
Η παράνομη αγορά τυχερών παιγνίων εκτιμάται ότι έχει τζίρο της τάξης των 1,7 δισ. ευρώ ετησίως και η απώλεια φορολογικών εσόδων για το κράτος είναι περί τα 500 εκατ. ευρώ. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΕΕΠ, περίπου 800.000 πολίτες εκτιμάται ότι συμμετείχαν το προηγούμενο έτος σε παράνομα επίγεια ή διαδικτυακά δίκτυα.
Με άλλα λόγια, τα δυνητικά έσοδα στα κρατικά ταμεία από τη θωράκιση της εν λόγω πληγής (που έχει επίσης πολύ μεγάλο κοινωνικό αντίκτυπο) είναι πενταπλάσια των εσόδων που φέρνει το νέο «χαράτσι» στους νόμιμους παίχτες διαδικτυακών τυχερών παιχνιδιών ώστε να εξασφαλιστούν 100 εκατομμύρια για να περιορίσει το οικονομικό βάρος λόγω της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή. Κατ' επέκταση οι νόμιμοι παίχτες ουσιαστικά τιμωρούνται για αυτήν τους την επιλογή.
Η φορολογία «τρέχει» με ρυθμούς μεγαλύτερους της αγοράς
Κι όλα αυτά την ώρα που σημαντική φορολογική επιβάρυνση του κλάδου αυξάνει τα δημόσια έσοδα με ταχύτερο ρυθμό από την ίδια την αγορά . Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Επιτροπής Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων (ΕΕΕΠ), το 2024 το συνολικό μέγεθος της αγοράς (TGR) διαμορφώθηκε στα 15,6 δισ. ευρώ, από 14,4 δισ. ευρώ το 2023, καταγράφοντας αύξηση 8,5%. Τα ακαθάριστα έσοδα των παρόχων (GGR) ανήλθαν σε 2,88 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 11%. Την ίδια στιγμή, τα συνολικά έσοδα του Δημοσίου από δικαιώματα και φόρους παικτών ανήλθαν σε περίπου 1,026 δισ. ευρώ, από 885 εκατ. ευρώ το 2023, σημειώνοντας αύξηση 16%.
Η ίδια τάση καταγράφεται και το 2025. Στο εννεάμηνο Ιανουαρίου – Σεπτεμβρίου, ο συνολικός κύκλος εργασιών (TGR) ανήλθε σε 12,02 δισ. ευρώ, από 11,37 δισ. ευρώ το αντίστοιχο διάστημα του 2024, παρουσιάζοντας αύξηση 5,7%. Τα ακαθάριστα έσοδα (GGR) διαμορφώθηκαν σε 2,22 δισ. ευρώ, επιβεβαιώνοντας τη συνεχιζόμενη ανάπτυξη. Σε επίπεδο Δημοσίου δε, μόνο στο εννεάμηνο τα δικαιώματα ανήλθαν σε 503,2 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 9,47%, ενώ οι φόροι παικτών έφτασαν τα 333,2 εκατ. ευρώ, παρουσιάζοντας αύξηση 17,11%. Συνολικά, τα δημόσια έσοδα στο εννεάμηνο διαμορφώθηκαν σε περίπου 836,4 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας αύξηση άνω των 90 εκατ. ευρώ σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2024.
Το υψηλότερο φορολογικό αποτύπωμα στην Ευρώπη
Τη στρέβλωση επιτείνει και το γεγονός ότι η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες με το υψηλότερο φορολογικό αποτύπωμα στην Ευρώπη στον τομέα των τυχερών παιγνίων, με τη συνολική επιβάρυνση να φτάνει έως και το 55% επί των ακαθάριστων εσόδων (GGR).
Η επιβάρυνση αυτή δεν περιορίζεται στους παρόχους, αλλά επεκτείνεται και στους παίκτες μέσω της φορολόγησης των κερδών. Σύμφωνα με έρευνα που πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία της ΕΕΕΠ με το Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου – της οποίας βασικά συμπεράσματα παρουσιάστηκαν σε διεθνές συνέδριο – η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις λίγες ευρωπαϊκές χώρες όπου εφαρμόζεται ταυτόχρονα φορολόγηση τόσο στους παρόχους όσο και στους παίκτες, εντείνοντας τη συνολική επιβάρυνση.
Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία ενός περιβάλλοντος αυξημένου κόστους για τη νόμιμη αγορά, με περιορισμένες δυνατότητες επενδύσεων και μικρότερα περιθώρια ανταγωνισμού. Κάτι που δεν ισχύει για τους μη αδειοδοτημένους παρόχους, δημιουργώντας συνθήκες άνισου ανταγωνισμού.
Η στροφή προς την παράνομη αγορά
Όπως έχει παρατηρηθεί η φορολογική επιβάρυνση επηρεάζει άμεσα τη συμπεριφορά των παικτών, δημιουργώντας διαφορά αποδόσεων μεταξύ νόμιμων και μη αδειοδοτημένων παρόχων.
Την εικόνα επιβεβαιώνει συγκριτική έρευνα του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου σε συνεργασία με την ΕΕΕΠ, η οποία εξέτασε τη συμπεριφορά παικτών σε χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ρουμανία, η Κροατία και η Σλοβενία. Τα ευρήματα δείχνουν ότι η υψηλή φορολογία αποτελεί βασικό παράγοντα επιλογής πλατφόρμας, με σημαντικό ποσοστό παικτών να δηλώνει ότι επιλέγει ή έχει χρησιμοποιήσει μη αδειοδοτημένους παρόχους.
Στην Ελλάδα μάλιστα, το φαινόμενο αποτυπώνεται με ιδιαίτερη ένταση. Σύμφωνα με στοιχεία της τελευταίας έρευνας που υλοποίησε η Kapa Research για λογαριασμό της ΕΕΕΠ, περίπου 799.000 πολίτες – δηλαδή το 9,5% του πληθυσμού – συμμετείχαν το 2024 σε μη αδειοδοτημένα τυχερά παίγνια, ενώ τα ποσά που διακινήθηκαν εκτιμώνται σε περίπου 1,67 δισ. ευρώ.
Οι βασικοί λόγοι που οδηγούν σε αυτή τη μετατόπιση είναι η μη φορολόγηση των κερδών, οι υψηλότερες αποδόσεις, η ανωνυμία στις συναλλαγές και τα πιο επιθετικά εμπορικά κίνητρα που προσφέρουν οι παράνομες πλατφόρμες.
Συνολικά, τα στοιχεία από τις έρευνες συγκλίνουν σε ένα βασικό συμπέρασμα: η φορολογία δεν αποτελεί απλώς δημοσιονομικό εργαλείο, αλλά καθοριστικό παράγοντα που διαμορφώνει τη λειτουργία της αγοράς. Όταν η επιβάρυνση ξεπερνά ένα συγκεκριμένο όριο, δεν περιορίζει τη ζήτηση, αλλά μετατοπίζει μέρος της δραστηριότητας εκτός του ρυθμιζόμενου πλαισίου, ενισχύοντας το παράνομο οικοσύστημα.
Η ανάγκη για ένα πιο ισορροπημένο πλαίσιο
Η ελληνική αγορά τυχερών παιγνίων παραμένει ένας από τους πιο δυναμικούς κλάδους της οικονομίας και βασική πηγή εσόδων για το Δημόσιο. Ωστόσο, τα στοιχεία δείχνουν ότι η αυξημένη φορολογική επιβάρυνση έχει αρχίσει να δημιουργεί δομικές πιέσεις.
Η ταχύτερη αύξηση των δημοσίων εσόδων σε σχέση με την ανάπτυξη της αγοράς, η διπλή φορολόγηση και η ενίσχυση της παράνομης δραστηριότητας συνθέτουν ένα περιβάλλον που απαιτεί προσεκτική επαναξιολόγηση.
Η πρόκληση για την επόμενη περίοδο είναι η διαμόρφωση ενός πιο ισορροπημένου πλαισίου, το οποίο θα διασφαλίζει αφενός τη σταθερότητα των δημοσίων εσόδων και αφετέρου τη βιωσιμότητα της νόμιμης αγοράς, περιορίζοντας ταυτόχρονα τα κίνητρα μετακίνησης προς το παράνομο περιβάλλον.