Τα δύσκολα είναι μπροστά για τη Γερμανία, εν μέσω προειδοποιήσεων για το δημοσιονομικό έλλειμμα και την επίμονη απουσία διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Και αυτό, την ώρα που η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης ψήφισε χαλάρωση του συνταγματικά κατοχυρωμένου «κόφτη» των δαπανών, του λεγόμενου «φρένου χρέους» πέρυσι το Μάρτιο, σε μία ιστορική απόφαση, με απώτερο στόχο την εξαίρεση των δαπανών για την άμυνα και την ασφάλεια, εν μέσω των νέων γεωπολιτικών ισορροπιών και της προσπάθειας επανεξοπλισμού των ευρωπαϊκών χωρών.
Τι είναι το «φρένο χρέους»
Το ζήτημα του «φρένου» χρέους έχει έρθει στην εγχώρια επικαιρότητα μετά την πρόθεση που εξέφρασε ο Έλληνας πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης στο πλαίσιο της επικείμενης συνταγματικής αναθεώρησης για εισαγωγή μόνιμων δικλίδων δημοσιονομικής ασφαλείας.
- Δείτε επίσης - Μαρινάκης για Συνταγματική Αναθεώρηση: Τα κόμματα πέριξ του κέντρου θα αναμετρηθούν με την ιστορία
Ένα από τα κράτη που έχουν σχετική πρόβλεψη στο σύνταγμα είναι η Γερμανία. Η συνταγματική διάταξη της Γερμανίας για τον ισοσκελισμένο προϋπολογισμό (Schuldenbremse), γνωστή και ως «φρένο χρέους», αποτελεί δημοσιονομικό κανόνα που θεσπίστηκε το 2009 από την πρώτη κυβέρνηση Μέρκελ.
Ο νόμος, που περιλαμβάνεται στο άρθρο 109 παράγραφος 3 και στο άρθρο 115 του Συντάγματος της Γερμανίας, έχει ως στόχο τον περιορισμό των διαρθρωτικών δημοσιονομικών ελλειμμάτων σε ομοσπονδιακό επίπεδο και τον περιορισμό της έκδοσης κρατικού χρέους. Ο κανόνας θέτει ανώτατο όριο στο ετήσιο διαρθρωτικό έλλειμμα ίσο με 0,35% του ΑΕΠ.
Το φρένο χρέους είναι αμφιλεγόμενο μεταξύ των οικονομολόγων. Υποστηρίζεται από ένα γερμανικό ρεύμα οικονομικής σκέψης, ενώ άλλοι οικονομολόγοι έχουν αμφισβητήσει τη σκοπιμότητα και την αποτελεσματικότητά του. Το 2024, εν μέσω στασιμότητας της γερμανικής οικονομίας, ο τότε πρόεδρος της Μπούντεσμπανκ, Γιοαχίμ Νάγκελ, κάλεσε τη γερμανική κυβέρνηση να προχωρήσει σε μεταρρύθμιση του «φρένου χρέους», προκειμένου να χρηματοδοτηθούν διαρθρωτικές επενδύσεις στη γερμανική οικονομία.
Το φρένο χρέους έχει τροποποιηθεί δύο φορές από την έναρξη ισχύος του, το 2022 και το 2025, και στις δύο περιπτώσεις με στόχο τη σημαντική αύξηση των αμυντικών δαπανών. Με την τελευταία απόφαση του 2025, αμυντικές δαπάνες άνω του 1% του ΑΕΠ θα εξαιρούνται από τους περιορισμούς του φρένου χρέους, όριο που, με βάση τα στοιχεία του 2024, αντιστοιχεί σε περίπου 45 δισ. ευρώ.
Εάν μετά το πέρας ενός δημοσιονομικού έτους διαπιστωθεί μη συμμόρφωση με τον κανόνα, οποιεσδήποτε αποκλίσεις από το επιτρεπόμενο ποσό δανεισμού καταγράφονται σε διαρκή λογαριασμό ελέγχου, ο οποίος πρέπει να εξισορροπείται με την πάροδο του χρόνου, σύμφωνα με την Κομισιόν.
Η Γερμανία λειτουργεί υπό ένα από τα αυστηρότερα δημοσιονομικά καθεστώτα στον ανεπτυγμένο κόσμο. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση και τα 16 ομόσπονδα κρατίδια υποχρεούνται συνταγματικά να ισοσκελίζουν τους προϋπολογισμούς τους και, στην πράξη, τους απαγορεύεται σε μεγάλο βαθμό η ανάληψη νέου χρέους.
Δημοσιονομικές αποκλίσεις τα επόμενα έτη
Επί του παρόντος, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απέφυγε την επιβολή κυρώσεων στη Γερμανία, περιοριζόμενη σε σύσταση, καθώς η απόκλιση δικαιολογείται από την αύξηση των αμυντικών δαπανών και την ενεργοποίηση της ρήτρας διαφυγής.
Ωστόσο, οι πιέσεις αναμένεται να ενταθούν το 2026, με τη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης να εισέρχεται σε ζώνη κινδύνου, ακόμη και αν εξαιρεθούν οι αμυντικές δαπάνες από το όριο αύξησης των δαπανών.
Το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης της Γερμανίας αυξήθηκε από 2,5% του ΑΕΠ το 2023 σε 2,7% το 2024. Οι φθινοπωρινές προβλέψεις της Κομισιόν για το 2025 προβλέπουν έλλειμμα γενικής κυβέρνησης 3,1% του ΑΕΠ το 2025, 4% το 2026 και 3,8% το 2027, που σημαίνει ότι τα δημοσιονομικά ελλείμματα στη Γερμανία θα συνεχίσουν να υπερβαίνουν το 3% του ΑΕΠ καθ’ όλη την περίοδο προβλέψεων έως το 2027 και ως εκ τούτου αξιολογούνται ως μη προσωρινά.
Την ίδια στιγμή, το πραγματικό ΑΕΠ μειώθηκε κατά 0,9% το 2023 και κατά 0,5% το 2024, κυρίως λόγω της αδυναμίας του μεταποιητικού τομέα και της χαμηλής εξωτερικής ζήτησης, ενώ για το 2025 εμφάνισε αναιμική ανάπτυξη μόλις 0,2%. Η ανάπτυξη φέτος αναμένεται να υποστηριχθεί κυρίως από την ανάκαμψη της ιδιωτικής και δημόσιας κατανάλωσης, η οποία ωστόσο αντισταθμίζεται από τη συρρίκνωση των επενδύσεων και αρνητική συμβολή του εμπορίου.
Στις 10 Οκτωβρίου 2025, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο εξέδωσε σύσταση με την οποία επιτρέπεται στη Γερμανία να παρεκκλίνει από τους μέγιστους ρυθμούς αύξησης των καθαρών δαπανών λόγω της ενεργοποίησης της εθνικής ρήτρας διαφυγής κατά την περίοδο 2025–2028, προκειμένου να καλυφθεί η αύξηση των αμυντικών δαπανών.
Σύμφωνα με τις φθινοπωρινές προβλέψεις της Κομισιόν για το 2025, οι καθαρές δαπάνες της Γερμανίας προβλέπεται να αυξηθούν κατά 3,7% το 2025, ποσοστό που βρίσκεται εντός του μέγιστου ρυθμού αύξησης 4,4% που συνέστησε το Συμβούλιο στις 10 Οκτωβρίου 2025.
Ωστόσο, για το 2026, οι καθαρές δαπάνες προβλέπεται να αυξηθούν κατά 5,2%, ποσοστό υψηλότερο από τον μέγιστο ρυθμό αύξησης 4,5% που συνέστησε το Συμβούλιο. Αυτό αντιστοιχεί σε απόκλιση 0,3% του ΑΕΠ το 2026. Σωρευτικά, δηλαδή σε σύγκριση με το έτος βάσης 2024, η Επιτροπή προβλέπει ότι οι καθαρές δαπάνες της Γερμανίας θα αυξηθούν κατά 9,1% το 2026, υπερβαίνοντας τον μέγιστο σωρευτικό ρυθμό αύξησης 9,0% που συνέστησε το Συμβούλιο. Αυτό αντιστοιχεί σε σωρευτική απόκλιση μικρότερη του 0,1% του ΑΕΠ το 2026.
Την ίδια στιγμή, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ προβλέπεται να αυξηθεί σε 63,5% στο τέλος του 2025, 65,2% στο τέλος του 2026 και 67,0% στο τέλος του 2027, ξεπερνώντας το όριο του 60%.
Προς το μεγαλύτερο έλλειμμα εδώ και 30 έτη
Η γερμανική κεντρική τράπεζα έχει ήδη προειδοποιήσει ότι η Γερμανία βρίσκεται σε τροχιά καταγραφής του μεγαλύτερου δημοσιονομικού ελλείμματος από την επανένωση της χώρας πριν από περισσότερες από τρεις δεκαετίες, εν μέσω των φιλόδοξων κυβερνητικών σχεδίων δαπανών για υποδομές και άμυνα. Η κεντρική τράπεζα επιβεβαίωσε ότι η εξέλιξη αυτή δημιουργεί σοβαρές προκλήσεις για τη βιωσιμότητα των δημοσιονομικών της Γερμανίας.
Η Μπούντεσμπανκ εξήγησε ότι το Βερολίνο σκοπεύει να διοχετεύσει εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ τα επόμενα χρόνια, σηματοδοτώντας μια σαφή απομάκρυνση από τη δημοσιονομική πειθαρχία που χαρακτήριζε τη γερμανική πολιτική επί δεκαετίες. Τα σχέδια αυτά εντάσσονται στην προσπάθεια αναζωογόνησης μιας οικονομίας που έχει χάσει μέρος του ανταγωνιστικού της πλεονεκτήματος στη διεθνή σκηνή.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της κεντρικής τράπεζας, οι επενδύσεις αυτές, σε συνδυασμό με φορολογικές ελαφρύνσεις και κοινωνικές μεταβιβάσεις, θα αυξήσουν το κυβερνητικό έλλειμμα στη Γερμανία περίπου στο 4,8% του ΑΕΠ έως το 2028, το υψηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί από το 1995. Τόνισε ότι αυτή η εξέλιξη συνιστά παραβίαση των δημοσιονομικών κανόνων που προβλέπονται από το γερμανικό Σύνταγμα.
Σήμα κινδύνου για τα δημοσιονομικά της Γερμανίας έχει επανειλημμένως κρούσει και το ΔΝΤ, το οποίο βλέπει το έλλειμμα να διευρύνεται σε περίπου 4% του ΑΕΠ έως το 2027 και το χρέος περίπου στο 68% του ΑΕΠ έως το 2027.
Το ΔΝΤ εφιστά την προσοχή ότι η δημοσιονομική ευχέρεια που είναι πλέον διαθέσιμη πρέπει να χρησιμοποιηθεί με σύνεση, ώστε να ενισχυθεί η μακροπρόθεσμη παραγωγική ικανότητα και να συμπληρωθεί από διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις υπέρ της ανάπτυξης.