Με μόνο «αστερίσκο» το πρόσφατο άλμα στο φυσικό αέριο, εικόνα συνέχειας αναμένεται να παρουσιάσουν τα πράσινα τιμολόγια ρεύματος τον Φεβρουάριο, σύμφωνα με εκτιμήσεις παραγόντων της αγοράς. Με κριτήριο την εξέλιξη του χονδρεμπορικού κόστους, οι χρεώσεις αναμένεται να κινηθούν στα ίδια περίπου επίπεδα με εκείνα του Ιανουαρίου, μην επιφυλάσσοντας εκπλήξεις στους καταναλωτές.
Ενδεικτικό είναι ότι έως και τις 27 Ιανουαρίου, από την αρχή του μήνα, η Τιμή Εκκαθάρισης Αγοράς στην Αγορά Επόμενης Ημέρας διαμορφώνεται κατά μέσο όρο στα 109,6 ευρώ ανά Μεγαβατώρα. Υπενθυμίζεται ότι τον Δεκέμβριο η αγορά είχε «κλείσει» στα 110,04 ευρώ ανά Μεγαβατώρα, γεγονός που αποτυπώνει τη σχεδόν απόλυτη σταθερότητα σε μηνιαία βάση.
Σε αυτό το περιβάλλον, οι προμηθευτές έχουν ένα σημαντικό κίνητρο να μην προχωρήσουν σε αναπροσαρμογές των πράσινων τιμολογίων. Υπό αυτό το πρίσμα, αναλυτές της αγοράς εκτιμούν ότι στους περισσότερους προμηθευτές δεν θα καταγραφούν σημαντικές αυξομειώσεις.
Μόνο αγκάθι είναι το πρόσφατο άλμα στις τιμές του φυσικού αερίου, οι οποίες αναμένεται να ενισχύσουν τις εγχώριες χονδρεμπορικές τιμές και, κατά συνέπεια, τις χρεώσεις των πράσινων τιμολογίων για τον Μάρτιο. Επομένως, δεν είναι απίθανο κάποιοι πάροχοι να «μεταφέρουν» μέρος των αυξήσεων στα τιμολόγια Φεβρουαρίου, για να περιορίσουν το εύρος των ανατιμήσεων ένα μήνα αργότερα.
Στο 53% ΑΠΕ και υδροηλεκτρικά
Όπως έγραψε το Insider.gr, τον Ιανουάριο οι χρεώσεις των πράσινων τιμολογίων κυμάνθηκαν σε ένα εύρος από περίπου 13,9 λεπτά έως και 25,2 λεπτά ανά κιλοβατώρα, ανάλογα με τον προμηθευτή. Πρόκειται για επίπεδα που, σε γενικές γραμμές, δεν απέχουν σημαντικά από εκείνα των τελευταίων μηνών του 2025, επιβεβαιώνοντας ότι η αγορά έχει εισέλθει σε φάση σχετικής εξομάλυνσης.
Καθοριστική για τη συγκράτηση της χονδρεμπορικής -και κατ’ επέκταση των πράσινων τιμολογίων- αποδεικνύεται και αυτόν τον μήνα το μίγμα ηλεκτροπαραγωγής. Τον Ιανουάριο, η υψηλή συμμετοχή των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και των υδροηλεκτρικών μονάδων περιόρισε αισθητά την ανάγκη για παραγωγή από τις(ακριβότερες) μονάδες ορυκτών καυσίμων.
Συγκεκριμένα, από την 1η Ιανουαρίου και έως και χθες, το μερίδιο των ΑΠΕ διαμορφωνόταν στο 47%, ενώ τα υδροηλεκτρικά κάλυπταν το 11% της παραγωγής. Ως αποτέλεσμα, στις «καθαρές» τεχνολογίες αντιστοιχούσε ένα ποσοστό 53%, με τις θερμοηλεκτρικές μονάδες να περιορίζονται στο 47%. Πρόκειται για ένα σχετικά χαμηλό ποσοστό, αν αναλογιστεί κανείς ότι βρισκόμαστε στην «καρδιά» του χειμώνα, περίοδο κατά την οποία η ζήτηση κορυφώνεται.
Τι δείχνει η σύγκριση με πέρυσι
Η καλή επίδοση των ΑΠΕ οφείλεται κυρίως στο ισχυρό αιολικό δυναμικό που επικράτησε για μεγάλο μέρος του Ιανουαρίου. Παράλληλα, οι αυξημένες βροχοπτώσεις ενίσχυσαν τα αποθέματα στους ταμιευτήρες, επιτρέποντας τη μεγαλύτερη αξιοποίηση των υδροηλεκτρικών σταθμών.
Το πόσο καταλυτικός είναι ο ρόλος του μίγματος παραγωγής αποτυπώνεται ξεκάθαρα αν αντιπαραβάλει κανείς την παραπάνω εικόνα με τα δεδομένα έναν ακριβώς χρόνο νωρίτερα. Την περίοδο 1–27 Ιανουαρίου 2025, οι ΑΠΕ κάλυπταν μόλις το 35% της παραγωγής, ενώ τα υδροηλεκτρικά περιορίζονταν στο 4%.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η συμμετοχή λιγνιτικών μονάδων και μονάδων φυσικού αερίου να εκτοξευθεί στο 61%, ωθώντας ανοδικά το χονδρεμπορικό κόστος. Ως αποτέλεσμα, η Τιμή Εκκαθάρισης Αγοράς για το διάστημα 1–27 Ιανουαρίου 2025 ήταν περίπου 25% μεγαλύτερη , στα 136,68 ευρώ ανά Μεγαβατώρα.
Το «αγκάθι» του φυσικού αερίου
Όπως προαναφέρθηκε, παράλληλα με τη συγκράτηση των χονδρεμπορικών τιμών ηλεκτρικής ενέργειας, βρίσκεται σε εξέλιξη τις δύο τελευταίες εβδομάδες ένα ανοδικό ράλι στο αέριο – που οδήγησε τις τιμές στο TTF πάνω από τα 40 ευρώ ανά Μεγαβατώρα, τις υψηλότερες εδώ και 10 μήνες. Πάντως, οι φόβοι για περιορισμό της παραγωγής LNG στις ΗΠΑ, όπως και για ένα νέο ακραίο κύμα ψύχους στην Ευρώπη, έχουν πλέον σε κάποιο βαθμό μετριαστεί. Ως συνέπεια, χθες το αέριο διαπραγματευόταν στα επίπεδα των 39 ευρώ ανά Μεγαβατώρα.
Η εγχώρια αγορά παραμένει μέχρι στιγμής σε μεγάλο βαθμό ανεπηρέαστη, καθώς η προμήθεια φυσικού αερίου γίνεται κυρίως με συμβόλαια month ahead, δηλαδή με τιμές του προηγούμενου μήνα. Ωστόσο, το ράλι θα αφήσει σημαντικό αποτύπωμα στην τιμή παράδοσης καυσίμου τον Φεβρουάριο και επομένως στο κόστος λειτουργίας των εγχώριων μονάδων αερίου – το οποίο με τη σειρά του θα επηρεάσει το χονδρεμπορικό κόστος.
Το ερώτημα που μένει ανοιχτό είναι οι καιρικές συνθήκες που θα επικρατήσουν τον Φεβρουάριο, από τις οποίες θα κριθεί το μέγεθος του άλματος που θα προκληθεί στις χονδρεμπορικές τιμές ηλεκτρισμού, από το άλμα στο αέριο.