Σε φάση έντονης αβεβαιότητας έχει εισέλθει η αγορά των ΑΠΕ στη χώρα μας, όπως και σχεδόν σε όλη την υπόλοιπη Ευρώπη. Οι αλλαγές που προκύπτουν από τη λήξη του σχήματος στήριξης, τις αυξημένες περικοπές και τις μηδενικές - αρνητικές τιμές χονδρικής, αλλά και τις νέες συνθήκες χρηματοδότησης και αδειοδότησης, έχουν διαμορφώσει ένα τοπίο όπου κανένας παραγωγός (οποιοδήποτε μεγέθους) δεν μπορεί πλέον να κινείται με τις βεβαιότητες του πρόσφατου παρελθόντος.
Έτσι, ξένα fund, εγχώριοι και μη μεγάλοι Όμιλοι, μικρομεσαίοι επενδυτές και developers προχωρούν σε κινήσεις προσαρμογής και αναδιάταξης των χαρτοφυλακίων τους, προσπαθώντας να προστατεύσουν τις επενδύσεις τους και να εξασφαλίσουν ρευστότητα σε μία αγορά που πλέον λειτουργεί με εντελώς νέα δεδομένα.
Το τέλος του εγγυημένου εσόδου
Το πρώτο μεγάλο «κλειδί» για τις αλλαγές είναι η λήξη του σχήματος λειτουργικής ενίσχυσης, στο τέλος του 2025. Αυτό σημαίνει πως πλέον δεν υπάρχει η δυνατότητα ανάπτυξης νέων σταθμών ΑΠΕ με εγγυημένο έσοδο. Η αγορά μπαίνει σε μία νέα εποχή, όπου οι επενδύσεις πρέπει να στηριχθούν είτε στην άμεση συμμετοχή στην αγορά είτε σε μακροχρόνια συμβόλαια (PPAs).
Και στις δύο περιπτώσεις, η πραγματικότητα είναι ότι η προοπτική αυτή είναι διαθέσιμη μόνο σε εταιρείες που διαθέτουν σημαντικά κεφάλαια. Κι αυτό γιατί η τραπεζική χρηματοδότηση είναι πλέον πιο περιορισμένη, με αυστηρότερες εγγυήσεις και υψηλότερο κόστος δανεισμού.
Το καινούριο αυτό τοπίο έχει ένα ξεκάθαρο αποτέλεσμα: οι μικρότεροι παίκτες, οι οποίοι βασίζονταν στα εγγυημένα έσοδα για να ενισχύσουν το χαρτοφυλάκιό τους, πλέον βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα σύστημα που δεν τους επιτρέπει πλέον να αναπτύσσουν νέα έργα με τον ίδιο τρόπο. Η αγορά γίνεται πιο απαιτητική.
Περικοπές και αρνητικές τιμές
Η δεύτερη σημαντική αλλαγή είναι η επιβράδυνση της χορήγησης όρων σύνδεσης, με δεδομένο ότι έχει εξαντληθεί η δυναμικότητα για το συνολικό χαρτοφυλάκιο έργων που προβλέπεται να βρίσκονται σε λειτουργία το 2030. Ενδεικτικά, στην περίπτωση του ΑΔΜΗΕ, οι προσφορές σύνδεσης «ξεπάγωσαν» μόλις στο τέλος του 2025, για τα έργα της πρώτης Ομάδας της σειράς προτεραιότητας που έχει καθοριστεί με Υπουργική Απόφαση, καθώς και για ΑΠΕ που προορίζονται για PPAs με βιομηχανίες.
Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι το επενδυτικό ενδιαφέρον συγκεντρώνεται πλέον σε σταθμούς που έχουν ήδη «κατακυρώσει» ηλεκτρικό χώρο, δηλαδή έχουν ήδη εξασφαλίσει τη σύνδεσή τους στο δίκτυο.
Την ίδια στιγμή, για τα έργα που ήδη λειτουργούν, το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η αύξηση των περικοπών και η εμφάνιση μηδενικών ή αρνητικών τιμών στη χονδρεμπορική αγορά. Η τάση αυτή αναμένεται να ενταθεί τα επόμενα χρόνια, καθώς τα νέα έργα που μπαίνουν στο σύστημα είναι κατά κύριο λόγο φωτοβολταϊκά, τα οποία παράγουν συγχρονισμένα τις ώρες ηλιοφάνειας, ενώ το πρώτο μεγάλο κύμα μπαταριών δεν αναμένεται πριν το 2027.
Αυτό δημιουργεί μεγάλη αβεβαιότητα για την πορεία των εσόδων των ηλιακών σταθμών, αλλά και για τις μονάδες με εγγυημένα έσοδα, καθώς μειώνεται η παραγωγή που μπορούν να εγχύσουν στο σύστημα και για την οποία αποζημιώνονται. Με απλά λόγια, ακόμα και οι σταθμοί που θεωρούνταν «ασφαλείς» λόγω των εγγυημένων εσόδων, βλέπουν τη λειτουργική τους απόδοση να υποχωρεί και το ρίσκο να μεγαλώνει.
Μικρομεσαίοι επενδυτές πωλούν μαζικά
Μικρομεσαίοι επενδυτές, οι οποίοι συνήθως δεν διαθέτουν το μέγεθος και τα κεφάλαια για να αντιμετωπίσουν τις νέες συνθήκες, έχουν αρχίσει να πωλούν μαζικά τα έργα τους. Σχεδόν αποκλειστικά τα deals αφορούν φωτοβολταϊκά, που πλήττονται περισσότερο από τις περικοπές και τις μηδενικές - αρνητικές τιμές.
Αρκετές αγοραπωλησίες αφορούν πάρκα με εγγυημένο έσοδο και ισχύ από 500 kW έως 1 MW - με τιμές που, σύμφωνα με πληροφορίες της αγοράς, «κλείνουν» μεταξύ 800.000 και 860.000 ευρώ ανά MW. Παράλληλα, στο «σφυρί» βγαίνουν και cluster μικρών φωτοβολταϊκών, με στόχο την προσθήκη «κοινόχρηστης» μπαταρίας, ως τρόπο να βελτιωθεί η απόδοση και να περιοριστεί το ρίσκο.
Πάντως, η «έξοδος» μικρών επενδυτών δεν εξηγείται μόνο από την ανησυχία για την απώλεια εσόδων. Πολλοί κάτοχοι μικρών πάρκων έχουν κύριο εισόδημα κάποια άλλη δραστηριότητα και πλέον αντιλαμβάνονται ότι η λειτουργία των φωτοβολταϊκών σημαίνει ρίσκα και πρόσθετα κόστη, που δεν είχαν υπολογίσει στο προαγματικό τους ύψος: από την εκπροσώπηση στις αγορές μέχρι τη συντήρηση και τη διαχείριση των πάρκων.
Είσοδος fund από το εξωτερικό
Αν και τη δημοσιότητα έχουν σχεδόν μονοπωλήσει ειδήσεις για ξένους επενδυτές που αποχωρούν από την Ελλάδα, υπάρχουν και fund του εξωτερικού που δεν είχαν μέχρι τώρα παρουσία στη χώρα μας και βλέπουν ευκαιρίες εισόδου. Το βασικό «όχημα» είναι τα εν λειτουργία ηλιακά πάρκα με εγγυημένο έσοδο, που βρίσκονται προς πώληση.
Το σκεπτικό είναι ότι το ρίσκο των μειωμένων εσόδων αντισταθμίζεται σε μεγάλο βαθμό από τις χαμηλότερες τιμές εξαγοράς των έργων. Οι επενδυτές αυτοί δεν αναζητούν υψηλές αποδόσεις, με βασικό κίνητρο τη σταθερότητα και όχι τόσο το ύψος των εσόδων. Επομένως, είναι διατεθειμένοι να αναλάβουν το ρίσκο, γνωρίζοντας ότι ακόμη και στην καλύτερη περίπτωση τα έργα θα έχουν περιορισμένη οικονομική απόδοση, με IRR σε μονοψήφια ποσοστά.
Ξένοι επενδυτές «κοιτούν προς την έξοδο»
Βέβαια, η παραπάνω τάση δεν αναιρεί το γεγονός ότι ξένοι επενδυτές έχουν ήδη αποφασίσει ότι η Ελλάδα δεν θα συμπεριληφθεί στον επόμενο κύκλο ανάπτυξής τους στον κλάδο. Στα πρότυπα της πορτογαλικής EDPR και της γερμανικής ABO Energy, δεν λείπου οι εταιρείες που επιλέγουν να αποχωρήσουν, λόγω του κορεσμού της εγχώριας αγοράς, του αυξημένου ρίσκου, αλλά και της ανάγκης για καθετοποίηση (π.χ. με επενδύσεις σε μπαταρίες) για να διαχειριστούν το ρίσκο.
Υπάρχουν περιπτώσεις, μάλιστα, που διεθνείς ενεργειακοί όμιλοι είναι «εγκλωβισμένοι» στην Ελλάδα: ξεκίνησαν τη διαδικασία πώλησης των χαρτοφυλακίων τους από το 2022-2023, αλλά δεν κατάφεραν να συνάψουν συμφωνίες σύντομα. Ως αποτέλεσμα, όταν άρχισαν να ενισχύονται οι περικοπές και να εμφανίζεται κορεσμός στον εγχώριο κλάδο, δεν μπορούσαν πλέον να εξασφαλίσουν τα ποσά που ζητούν για τα χαρτοφυλάκιά τους.
Επέκταση εκτός συνόρων για Έλληνες και ξένους
Η εξαγορά της ABO Energy από τη Helleniq Energy δείχνει ότι η αναδιάταξη της αγοράς δημιουργεί ευκαιρίες μεγέθυνσης για τους μεγάλους εγχώριους ενεργειακούς ομίλους. Παράλληλα, όλοι οι Έλληνες παίκτες έχουν δρομολογήσει επέκταση στο εξωτερικό, αναζητώντας γεωγραφική διαφοροποίηση ως αντίβαρο στην αβεβαιότητα.
Η ΔΕΗ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα, καθώς η επέκτασή της στο εξωτερικό συνοδεύτηκε από την αντιγραφή του καθετοποιημένου μοντέλου στη Ρουμανία. Αντίστοιχα, η Metlen έχει θέσει ως βασικό μοχλό ανάπτυξης τη δημιουργία χαρτοφυλακίου ΑΠΕ δεκάδων GW εκτός συνόρων, στο πλαίσιο του Asset Rotation Model.
Στο ίδιο μήκος κύματος, ξένες εταιρείες οι οποίες δραστηριοποιούνται στην ελληνική αγορά σαρώνουν τα Βαλκάνια για ελκυστικές εξαγορές, στην προσπάθειά τους να αυξήσουν την εγκατεστημένη ισχύς τους σε σύντομο χρονικό διάστημα. Πρόκειται για ξένες εταιρείες δεν έχουν σκοπό να εγκαταλείψουν τη χώρα μας, αλλά κρίνουν ότι ο εγχώριος κλάδος ΑΠΕ δεν προσφέρει πλέον ευκαιρίες για άμεση και σημαντική ανάπτυξη. Έτσι, χρησιμοποιούν την Ελλάδα ως «βάση» για να επεκταθούν εκτός συνόρων βορειότερα, αναζητώντας αγορές με ακόμη περιθώρια ανάπτυξης.
Μέχρι πρόσφατα, η Ρουμανία ήταν ο πρώτος προορισμός, αλλά πλέον τα «ραντάρ» έχουν στραφεί και στη Βουλγαρία, όπου οι ευκαιρίες για γρήγορη αύξηση της εγκατεστημένης ισχύος είναι πιο ελκυστικές.
Η στρατηγική αυτή δεν είναι μόνο θέμα μεγέθυνσης, αλλά και οικονομικής βιωσιμότητας: σε λιγότερο ώριμες αγορές, από την ελληνική, οι εταιρείες μπορούν να θέσουν ως στόχο να αποσβέσουν μεγάλο μέρος των επενδύσεών τους, από τα πρώτα χρόνια λειτουργίας των έργων.