Πόσο κοστίζει η κλιματική αλλαγή στην Ελλάδα – Από τις κιλοβατώρες μέχρι το ΑΕΠ

Πένη Χαλάτση
Viber Whatsapp
Μοιράσου το
Πόσο κοστίζει η κλιματική αλλαγή στην Ελλάδα – Από τις κιλοβατώρες μέχρι το ΑΕΠ
Η κλιματική αλλαγή μειώνει ήδη εισοδήματα και αυξάνει το κόστος ζωής. Στην Ελλάδα, ο λογαριασμός φαίνεται σε ρεύμα, τρόφιμα, ζημιές και δημόσιες δαπάνες.

Η κλιματική αλλαγή δεν αποτελεί πλέον ένα μακρινό περιβαλλοντικό σενάριο, αλλά έναν μετρήσιμο οικονομικό παράγοντα που επηρεάζει ήδη εισοδήματα, επιχειρήσεις και δημόσια οικονομικά. Από τις ζημιές σε υποδομές, κατοικίες και καλλιέργειες μέχρι τη μείωση της παραγωγικότητας λόγω ακραίας ζέστης και την αύξηση του κόστους ασφάλισης, ο οικονομικός αντίκτυπος γίνεται όλο και πιο ορατός. Στην Ελλάδα, μια χώρα με υψηλή έκθεση σε πυρκαγιές, πλημμύρες και παρατεταμένους καύσωνες, οι επιπτώσεις αυτές μεταφράζονται σε άμεσες δημοσιονομικές πιέσεις και σε απώλειες εισοδήματος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πλέον αν η κλιματική αλλαγή θα επηρεάσει την οικονομία, αλλά πόσο γρήγορα, πόσο έντονα και ποιοι τελικά θα επωμιστούν τον λογαριασμό καθώς τα επίσημα στοιχεία δείχνουν ότι το κόστος ήδη συσσωρεύεται και σε αρκετούς δείκτες επιταχύνεται.

Η πιο απτή απόδειξη φτωχοποίησης των ευρωπαϊκών (και όχι μόνο) κρατών είναι οι άμεσες οικονομικές απώλειες από ακραία καιρικά φαινόμενα. Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος (EEA), έχει εκτιμήσει ότι οι συνολικές οικονομικές απώλειες λόγω ακραίων καιρικών φαινομένων ξεπέρασαν τα 790 δισ. ευρώ σε 38 χώρες-μέλη της ΕΕ και σε κράτη που διατηρούν συνεργασία με το μπλοκ την περίοδο 1980–2023. Πλέον, ο οργανισμός έχει επικαιροποιήσει (Οκτώβριος 2025) τη βασική του σειρά δεδομένων του ώστε να καλύπτει και το 2024, υπογραμμίζοντας ότι οι απώλειες παρακολουθούνται ως δομικός οικονομικός κίνδυνος και όχι ως «έκτακτη εξαίρεση». Όπως επισημαίνει, οι ζημιές δεν είναι ομοιόμορφες και ορισμένα γεγονότα δημιουργούν «άλματα» κόστους. Για παράδειγμα, ότι οι πλημμύρες του 2021 σε Βέλγιο, Γερμανία και Ολλανδία προκάλεσαν ζημιές άνω των 40 δισ. ευρώ, ενώ οι πλημμύρες του 2023 στη Σλοβενία αντιστοιχίστηκαν σε κόστος περίπου 16% του εθνικού ΑΕΠ.

Αυτού του τύπου τα σοκ πλήττουν την οικονομία με δύο τρόπους ταυτόχρονα: πρώτον, επειδή καταστρέφουν πραγματικό πλούτο και «ροκανίζουν» επενδύσεις που θα πήγαιναν σε ανάπτυξη. Δεύτερον, επειδή μεταφέρουν ολοένα μεγαλύτερο κόστος στο Δημόσιο (αποκαταστάσεις, αποζημιώσεις, αντιπλημμυρικά/αντιπυρικά έργα), πιέζοντας φόρους και δαπάνες.

Η «αθόρυβη» απώλεια: Παραγωγικότητα και ΑΕΠ

Η κλιματική αλλαγή δεν χτυπά μόνο με καταστροφές αλλά σφυροκοπά και την παραγωγικότητα σε καθημερινή βάση. Η Διεθνής Οργάνωση Εργασίας (ILO) έχει εκτιμήσει ότι έως το 2030 θα χάνεται 2,2% των παγκόσμιων ωρών εργασίας λόγω θερμικού στρες, απώλεια που ισοδυναμεί με περίπου 80 εκατ. θέσεις πλήρους απασχόλησης.

Η Ελλάδα αποτελεί τυπικό παράδειγμα μιας τέτοιας έκθεσης καθώς μεγάλο τμήμα της εργασίας συνδέεται με υπαίθριες δραστηριότητες (κατασκευές, πρωτογενής παραγωγή), εποχικότητα και τουρισμό. Σε ένα καλοκαίρι με συχνότερα επεισόδια ακραίας ζέστης, η παραγωγικότητα δεν μειώνεται μόνο από τις απουσίες ή την κόπωση, αλλά και από τις αναγκαίες προσαρμογές ωραρίων, τις διακοπές εργασιών και το αυξημένο ενεργειακό κόστος ψύξης.

Νερό και ξηρασία: Ο πολλαπλασιαστής κόστους

Η ξηρασία είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα «συστημικού» κινδύνου: επηρεάζει ταυτόχρονα αγροτική παραγωγή, ενέργεια (υδροηλεκτρικά, ψύξη μονάδων), ύδρευση, μεταφορές και τιμές. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναφέρει ότι στην Ευρώπη οι απώλειες από ξηρασίες εκτιμώνται περίπου στα 9 δισ. ευρώ ετησίως, με σημαντικό μέρος του κόστους να συγκεντρώνεται σε γεωργία, ενέργεια και δημόσια ύδρευση. Την ίδια τάξη μεγέθους επαναλαμβάνει και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ECB) υπογραμμίζοντας ότι το κόστος αυτό είναι ήδη σημαντικό και αναμένεται να αυξηθεί.

Απώλειες τρισεκατομμυρίων

Σε παγκόσμια κλίμακα, τα αθροιστικά μεγέθη είναι αποκαλυπτικά. Ο ΟΗΕ (UNDRR) εκτιμά ότι την περίοδο 2000–2019 καταγράφηκαν 7.348 μεγάλα συμβάντα καταστροφών με συνολικές οικονομικές απώλειες περίπου 2,97 τρισ. δολάρια.

Το κατά πόσο αυτά τα μεγέθη θα μεταφραστούν σε χαμηλότερο ΑΕΠ εξαρτάται από το σενάριο θέρμανσης και τη δυνατότητα προσαρμογής. Στις πιο πρόσφατες (2025) εκτιμήσεις του ΟΟΣΑ (Global Long-Run Economic Scenarios), οι κλιματικές ζημιές αποτυπώνονται ως μείωση του παγκόσμιου προϊόντος: η μείωση παγκόσμιας παραγωγής που συνδέεται με τις κλιματικές ζημιές θα προσεγγίσει το 9% έως το 2100, ενώ σε πιο «απότομη» καμπύλη ζημιών (υψηλό άκρο εκτιμήσεων) οι απώλειες θα μπορούσαν να γίνουν δραματικά μεγαλύτερες.

Παράλληλα, ο Παγκόσμιος Μετεωρολογικός Οργανισμός (WMO), στο “State of the Global Climate 2024” που εκδόθηκε το 2025, υπογραμμίζει ότι οι επιπτώσεις των ακραίων φαινομένων έχουν πλέον καταστεί η νέα «κανονικότητα» και ότι μόνο περίπου οι μισές χώρες διαθέτουν επαρκή συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης κινδύνων, κάτι που συνδέεται ευθέως με το μέγεθος των οικονομικών απωλειών όταν ένα γεγονός χτυπά απροετοίμαστη κοινωνία.

Ελλάδα: Από το σοκ της ζημιάς, στο κόστος της πρόληψης και στο κενό ασφάλισης

Όσον αφορά στην Ελλάδα, ο EEA αναφέρει ότι το 2023 οι καιρικοί/κλιματικοί κίνδυνοι προκάλεσαν ζημιές 26,821 εκατ. ευρώ, με επιπτώσεις σε αγροτικό τομέα, τουρισμό και στέγαση. Στο ίδιο πλαίσιο, γίνεται ειδική αναφορά και στην πίεση από πυρκαγιές και πλημμύρες ως καθοριστικούς παράγοντες που επηρεάζουν την οικονομία.

Ένας δεύτερος πυλώνας είναι το κόστος ασφάλισης. Όταν οι ζημιές αυξάνονται ταχύτερα από την ασφαλιστική κάλυψη, το κενό μετατρέπεται σε δημόσιο βάρος ή σε ιδιωτική απώλεια πλούτου. Ο ΕΕΑ σημειώνει ότι σε πολλές χώρες πάνω από το 50% των ζημιών είναι ανασφάλιστες, ενώ «σε πολλές περιπτώσεις» το ποσοστό ξεπερνά το 90%, με το κενό να έχει τάση διεύρυνσης. Αυτό είναι κρίσιμο για μια οικονομία όπως η ελληνική, όπου μεγάλο μέρος του πλούτου βρίσκεται σε ακίνητα και μικρές επιχειρήσεις, και όπου ένα ακραίο γεγονός μπορεί να σημαίνει πολλαπλά χτυπήματα: απώλεια περιουσίας, απώλεια εισοδήματος και ακριβότερη χρηματοδότηση/ασφάλιση στο μέλλον.

Στον Τουρισμό, το κόστος δεν είναι μόνο «ζημιά» αλλά και μόνιμο λειτουργικό έξοδο προσαρμογής: νερό (εξοικονόμηση/αποθήκευση), ενέργεια (ψύξη) και διαχείριση κινδύνου πυρκαγιάς/ακραίων φαινομένων. Η κλιματική πίεση στο νερό, μάλιστα, δεν είναι αφηρημένη: η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι οι ξηρασίες στην Ευρώπη προκαλούν απώλειες περίπου 9 δισ. ευρώ ετησίως μέγεθος που επαλήθευσε το 2025 και η ΕΚΤ, σημειώνοντας ότι οι απώλειες αυτές αναμένεται να αυξηθούν. Για μια χώρα όπου ο τουρισμός συμπιέζεται σε λίγους «θερμούς» μήνες, η αύξηση των ημερών καύσωνα σημαίνει πρακτικά περισσότερες ώρες/ημέρες υψηλής κατανάλωσης ρεύματος, μεγαλύτερη πίεση σε δίκτυα και υδατικούς πόρους και, τελικά, υψηλότερο κόστος ανά διανυκτέρευση που είτε απορροφάται από τις επιχειρήσεις (μείωση περιθωρίου) είτε περνά στην τιμή (μείωση ανταγωνιστικότητας).

Φυσικά, η προσαρμογή έχει μετρήσιμο οικονομικό νόημα. Η Τράπεζα της Ελλάδος αναφέρει ότι επένδυση σε δράσεις προσαρμογής στην Ελλάδα θα μπορούσε να μειώσει το κόστος της κλιματικής αλλαγής κατά σχεδόν 30%.

Τι σημαίνει η κλιματική αλλαγή για το εισόδημα του μέσου νοικοκυριού

Για το μέσο ελληνικό νοικοκυριό, η κλιματική αλλαγή δεν εμφανίζεται ως μία εφάπαξ απώλεια αλλά ως σειρά μικρών, επαναλαμβανόμενων χρεώσεων που διαβρώνουν το διαθέσιμο εισόδημα. Ένα παρατεταμένο κύμα καύσωνα, για παράδειγμα, μεταφράζεται άμεσα σε αυξημένη κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας για ψύξη. Σύμφωνα με στοιχεία ενεργειακής κατανάλωσης που χρησιμοποιούνται σε επίσημες μελέτες εξοικονόμησης, ένα κλιματιστικό 9.000–12.000 BTU καταναλώνει κατά μέσο όρο 0,8–1,2 kWh ανά ώρα λειτουργίας. Σε ένα καλοκαίρι με συνεχόμενες νύχτες άνω των 27–28°C, όπου το κλιματιστικό λειτουργεί 8–10 ώρες ημερησίως, η επιπλέον κατανάλωση μπορεί εύκολα να φτάσει τις 180–300 kWh τον μήνα για ένα μόνο δωμάτιο. Με τελικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας (ενέργεια, ρυθμιζόμενες χρεώσεις, ΦΠΑ) που κινούνται συχνά άνω των 0,20–0,25 €/kWh, αυτό σημαίνει επιπλέον €35–75 τον μήνα στον λογαριασμό, ποσό το οποίο, σε ένα τρίμηνο καύσωνα, ισοδυναμεί με μια επιβάρυνση ύψους 100–200 ευρώ χωρίς καμία αύξηση εισοδήματος.

Ταυτόχρονα, όταν η ξηρασία και οι ακραίες θερμοκρασίες μειώνουν αποδόσεις και αυξάνουν το κόστος παραγωγής, το αποτέλεσμα περνά στα ράφια. Η ΕΛΣΤΑΤ καταγράφει ότι τα τρόφιμα απορροφούν πάνω από το 20% της μέσης ετήσιας δαπάνης του ελληνικού νοικοκυριού, γεγονός που σημαίνει ότι ακόμη και μια αύξηση 5% στην κατηγορία των τροφίμων μεταφράζεται σε επιπλέον κόστος άνω των 200 ευρώ ετησίως για μια μέση οικογένεια. Σε χρονιές με έντονες κλιματικές πιέσεις στην αγροτική παραγωγή, αυτή η επιβάρυνση δεν είναι θεωρητική αλλά σωρευτική, ιδίως όταν συνδυάζεται με αυξημένο ενεργειακό κόστος στη μεταποίηση και στις μεταφορές.

Ακόμη, σε περιόδους ακραίας ζέστης, η ανάγκη για περιορισμό ωραρίων σε υπαίθριες δραστηριότητες ή η μείωση παραγωγικότητας οδηγεί είτε σε απώλεια ημερομισθίων είτε σε χαμηλότερη απόδοση εισοδήματος για ελεύθερους επαγγελματίες και μικρές επιχειρήσεις. Το κόστος αυτό δεν καταγράφεται πάντα άμεσα σε στατιστικούς πίνακες, αλλά προστίθεται στον ίδιο λογαριασμό: λιγότερα έσοδα την ίδια στιγμή που οι βασικές δαπάνες αυξάνονται.

Συνολικά, ο «κλιματικός πληθωρισμός» για το ελληνικό νοικοκυριό δεν προκύπτει από μία μεγάλη κρίση αλλά από τη συσσώρευση πολλών μικρών επιβαρύνσεων: περισσότερες κιλοβατώρες, ακριβότερα τρόφιμα, έξοδα αποκατάστασης, αυξημένη ανασφάλεια για το μέλλον της κατοικίας και της εργασίας. Και επειδή αυτές οι δαπάνες αφορούν βασικές ανάγκες, δεν είναι εύκολο να συμπιεστούν. Έτσι, χωρίς καμία ονομαστική μείωση μισθού, το πραγματικό εισόδημα υποχωρεί επιβεβαιώνοντας στην πράξη ότι η κλιματική αλλαγή μπορεί να λειτουργήσει ως μόνιμος μηχανισμός φτωχοποίησης.

Με βάση τους πιο «σκληρούς» δείκτες (καταγεγραμμένες ζημιές, χαμένες ώρες εργασίας, δομικό κόστος ξηρασίας, μακρο-προβολές απώλειας προϊόντος), η κλιματική αλλαγή λειτουργεί ήδη ως μόνιμη επιβάρυνση στην ευημερία. Το κρίσιμο όμως είναι ότι δεν μοιράζεται ισότιμα: χτυπά περισσότερο όσους έχουν λιγότερα μέσα να προστατευτούν (νοικοκυριά, μικρές επιχειρήσεις, περιοχές με υψηλή έκθεση), και μεταφέρει κόστος στο κράτος όταν η ασφαλιστική κάλυψη δεν επαρκεί ή γίνεται απαγορευτική. Στην ελληνική πραγματικότητα, αυτό μεταφράζεται σε συγκεκριμένα μέτωπα: αγροτική παραγωγή υπό συνθήκες θερμικού και υδατικού στρες σε τουριστικές περιοχές που χρειάζονται ανθεκτικές υποδομές (νερό, ρεύμα κλπ), αστικά κέντρα που πληρώνουν τον λογαριασμό των ακραίων καιρικών φαινομένων, ένα ασφαλιστικό κενό που –αν δεν κλείσει– μετατρέπει την κλιματική κρίση σε μόνιμο μηχανισμό φτωχοποίησης.

Ακολουθήστε το insider.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.

Διαβάζονται αυτή τη στιγμή

Δημόσιο: Χρωστάει 3,8 δισ. ευρώ σε προμηθευτές, συνταξιούχους, φορολογούμενους

Οι επαγγελματικές αποφάσεις του 2026 και οι αποτυχίες που λειτουργούν ως σκαλοπάτι για την περαιτέρω εξέλιξη

Πώς δε θα έχουμε ξανά μπλόκα (III): Φροντίδα στον αγροτουρισμό πριν σβήσουν τα χωριά

Φόρτωση BOLM...
gazzetta
gazzetta reader insider insider