Ζούμε σε μια εποχή παράδοξη. Ποτέ άλλοτε ο Έλληνας καταναλωτής δεν είχε τόσες επιλογές στο ράφι του σούπερ μάρκετ και ποτέ άλλοτε δεν ήταν τόσο αποκομμένος από την πραγματική προέλευση της τροφής του.
Στα μεγάλα αστικά κέντρα, η εναλλαγή των εποχών έχει πάψει να καθορίζει τη διατροφή μας. Απαιτούμε ντομάτες τον Ιανουάριο και καρπούζια τον Μάιο… Αναζητούμε το φθηνότερο προϊόν στο καλάθι, αγνοώντας συχνά ότι πίσω από την χαμηλή τιμή κρύβεται μια αλυσίδα απαξίωσης που τελικά γυρίζει πίσω σε εμάς τους ίδιους με πολλούς και διάφορους τρόπους.
Μέσα σε αυτό το θολό τοπίο της ακρίβειας και του πληθωρισμού, αναδύεται μια έννοια που συχνά παρεξηγείται: Ο «Γαστρονομικός Πατριωτισμός».
Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι: Δεν μιλάμε για μια στείρα εθνική υπερηφάνεια, ούτε για την αυταπάτη ότι τα ελληνικά προϊόντα είναι εξ ορισμού «τα καλύτερα του κόσμου». Μιλάμε για μια καθαρά «οικονομική στάση ζωής».
Κάθε φορά που περνάμε από το ταμείο, ψηφίζουμε. Όταν επιλέγουμε τα όσπρια εισαγωγής από τρίτες χώρες επειδή είναι 30 λεπτά φθηνότερα, ή το «λευκό τυρί» αγνώστου προελεύσεως αντί για τη φέτα, νομίζουμε ότι κάνουμε οικονομία. Στην πραγματικότητα, όμως, αφαιρούμε ρευστότητα από την ελληνική οικονομία, συνεισφέρουμε στο έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου και τελικά γινόμαστε συμμέτοχοι στη μείωση του ΑΕΠ της χώρας μας.
Το ευρώ που δίνουμε για κάθε ελληνικό προϊόν έχει έναν τεράστιο πολλαπλασιαστή:
- Πηγαίνει στον παραγωγό.
- Ο παραγωγός πληρώνει τον γεωπόνο.
- Ο γεωπόνος πληρώνει τον υπάλληλο.
- Ο υπάλληλος ψωνίζει από το δικό μας κατάστημα ή πληρώνει τη δική μας υπηρεσία.
Όταν η αλυσίδα σπάει υπέρ των μαζικών εισαγωγών, το «χρήμα» φεύγει από τη χώρα και η τοπική αγορά στεγνώνει. Τελικά, η μείωση της αγοραστικής δύναμης του γείτονά μας, θα επηρεάσει και τη δική μας δουλειά, είτε είμαστε δικηγόροι, είτε έμποροι, είτε δημόσιοι ή ιδιωτικοί υπάλληλοι.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα σήμερα είναι ο «αναλφαβητισμός του ραφιού». Αλήθεια, πόσοι από εμάς γυρίζουμε τη συσκευασία για να διαβάσουμε τα ψιλά γράμματα;
- «Συσκευάζεται στην Ελλάδα» (Ναι, αλλά πού παρήχθη;).
- «Προέλευση Ε.Ε. και μη Ε.Ε.» (Δηλαδή από παντού και από πουθενά).
Ο σύγχρονος καταναλωτής οφείλει να είναι υποψιασμένος. Η αναζήτηση της εντοπιότητας δεν είναι κάτι ακραίο. Είναι απαίτηση για ποιότητα, ιχνηλασιμότητα αλλά και ασφάλεια. Είναι η επιλογή να στηρίξεις τον άνθρωπο που ζει και φορολογείται δίπλα σου, αντί για την απρόσωπη βιομηχανία μιας άλλης χώρας, εντός ή εκτός Ε.Ε. ή ακόμα και μιας άλλης ηπείρου.
Οι αγρότες βρίσκονται συχνά στους δρόμους διεκδικώντας την επιβίωσή τους. Όμως, ο μεγαλύτερος σύμμαχός ή εχθρός τους δεν είναι τελικά η εκάστοτε κυβέρνηση, αλλά οι πολίτες των πόλεων που κάνουν τις επιλογές τους στα ράφια των μάρκετ.
Αν θέλουμε να συνεχίσουμε να τρώμε αληθινό φαγητό και όχι βιομηχανικά υποκατάστατα, πρέπει να πληρώσουμε το δίκαιο τίμημα που αναλογεί στον κόπο παραγωγής των τροφίμων που γεμίζουν τελικά το πιάτο μας. Και οι παραγωγοί, από την πλευρά τους, οφείλουν να σεβαστούν αυτή τη στήριξη, προσφέροντας προϊόντα τυποποιημένα, ασφαλή και σταθερής ποιότητας.
Την επόμενη φορά που θα βρεθούμε μπροστά στο ράφι, ας σκεφτούμε λίγο ευρύτερα. Το φθηνό συχνά κοστίζει ακριβά λέει η παροιμία… το ίδιο ισχύει και στην υγεία μας αλλά και στην οικονομία της χώρας. Ο «Γαστρονομικός Πατριωτισμός» είναι η μόνη οικονομική άμυνα που μας έχει απομείνει σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο που τείνει να ισοπεδώσει τις γεύσεις και τις ταυτότητες.
Ας μην γίνουμε απλοί καταναλωτές θερμίδων. Ας γίνουμε συνειδητοί υποστηρικτές της γης που μας τρέφει και ιδιαιτέρως των προϊόντων που παράγονται στην ελληνική γη.