«Βέλη» κατά της ΓΣΕΕ, αλλά και του απερχόμενου υπουργού Εργασίας Γιώργου Κατρούγκαλου εξαπολύει ο ΣΕΒ, υποστηρίζοντας πως μόνο με την ευέλικτη αγορά εργασίας μπορεί η οικονομία να βγει από την κρίση.
Λίγα 24ωρα πριν την επανέναρξη των κρίσιμων διαπραγματεύσεων με τους Θεσμούς για τα εργασιακά, ο Σύνδεσμος (μέσω του εβδομαδιαίου δελτίου του για την ελληνική οικονομία) κατηγορεί την ηγεσία του υπουργείου και της ΓΣΕΕ για «εύκολο καταγγελτικό λόγο» και αναφέρει με έμφαση πως «αφήνουμε τις τύχες της οικονομίας στα χέρια εκείνων ακριβώς που την άλλη στιγμή κατηγορούμε ότι εφαρμόζουν λάθος πολιτικές».
Αναλυτικότερα, στο δελτίο του ο ΣΕΒ υπογραμμίζει πως στις 20 Οκτωβρίου 2016 έλαβε χώρα στο Στρασβούργο δημόσια ακρόαση ενώπιον της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Κοινωνικών Δικαιωμάτων, αρμόδιου ελεγκτικού οργάνου του Συμβουλίου της Ευρώπης, για να εξετασθεί η προσφυγή της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδας (ΓΣΕΕ) κατά της Ελλάδας. Η ΓΣΕΕ κατήγγειλε ότι οι περισσότερες αλλαγές που υιοθετήθηκαν στην εργασιακή νομοθεσία την περίοδο 2010-2014 συνιστούν ουσιώδη παραβίαση των θεμελιωδών κοινωνικών δικαιωμάτων στη χώρα.
«Η απόφαση της ΓΣΕΕ να προσφύγει σε διεθνείς οργανισμούς και θεσμούς είναι ασφαλώς δικαίωμά της. Όμως, όταν αναζητά κανείς ηθικά ερείσματα σε τέτοιους οργανισμούς θα έπρεπε να επιδεικνύει και εποικοδομητική συνεισφορά στο διάλογο για τα αίτια των δεινών και για τις πολιτικές που θα πρέπει να εφαρμοστούν για να ξεπεράσουμε τα δεινά αυτά.
Η ΓΣΕΕ βέβαια δεν είναι η μόνη που αρνείται τέτοια συζήτηση: πολλές άλλες ομάδες του πληθυσμού, οργανωμένες συντεχνίες, πολιτικά κόμματα και ποικίλοι σχηματισμοί που επέτυχαν στο παρελθόν προνόμια και πολιτική πελατεία, προτιμούν τον εύκολο καταγγελτικό λόγο, ευαγγελιζόμενοι την επιστροφή στο προ κρίσης status quo. Όλοι αυτοί κατάφεραν να δημιουργήσουν την εικόνα ότι αρκεί η Ελλάδα να διαπραγματευτεί ηπιότερους όρους στα Μνημόνια, για να κρατήσουμε κάτι από την παλιά ευημερία.
Όμως όλο και περισσότεροι Έλληνες βλέπουν ότι αυτή η προσέγγιση είναι μάταιη. Έξι χρόνια Μνημονίων, που δεν λένε να τελειώσουν, μας έχουν πείσει ότι μια τέτοια προσέγγιση φέρνει το αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που όλοι ζητάμε», τονίζει ο Σύνδεσμος και συνεχίζει εξαπολύοντας τα «βέλη» του στον απερχόμενο υπουργό Εργασίας.
«Με τον τρόπο αυτό φθάνουμε εμείς οι ίδιοι, οι παράγοντες της αγοράς, οι κοινωνικοί εταίροι, να αφήνουμε τις τύχες της οικονομίας στα χέρια εκείνων ακριβώς που την άλλη στιγμή κατηγορούμε ότι εφαρμόζουν λάθος πολιτικές. Και όλα αυτά για συντεχνιακά και μικροπολιτικά οφέλη της στιγμής. Έτσι φθάσαμε στο σημείο, ο εκπρόσωπος της ελληνικής κυβέρνησης που ήταν η εναγόμενη πλευρά και στην ακρόαση στο Συμβούλιο της Ευρώπης, δηλαδή ο Υπουργός Εργασίας, να ζητά με το ίδιο του το στόμα την καταδίκη της χώρας του, ώστε να εμφανισθεί ως υπέρμαχος των δικαιωμάτων των εργαζομένων.
Όντως, μία τέτοια προσέγγιση υπογραμμίζει με τον κατηγορηματικότερο τρόπο το έλλειμμα αξιοπιστίας της χώρας μας. Δεν είναι λοιπόν, παράξενο γιατί η χώρα μας αντιμετωπίζεται με δυσπιστία στη διεθνή κοινότητα. Και χωρίς την αξιοπιστία αυτή όχι μόνο δεν θα μπορέσουμε να έχουμε προσέλκυση νέων επενδύσεων, αλλά θα διώξουμε από την Ελλάδα και όσους ακόμη μπορούν να φύγουν».
Τέλος ο ΣΕΒ υπεραμύνεται του μοντέλου της ευέλικτης αγοράς εργασίας, τονίζοντας ότι «είναι ο μηχανισμός που κατά κανόνα ενισχύει και τη δυνατότητα ενός παραγωγικού συστήματος να αντιμετωπίσει μία κρίση, όπως ήταν η παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση 2008-2009, μαζί, βεβαίως, με τη χρήση εργαλείων επεκτατικής δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής. Η ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας που βασίσθηκε και στην ταχεία αντίδραση των παραγωγικών μονάδων στις διαμορφούμενες νέες υφεσιακές συνθήκες, θα ήταν αδύνατη εάν οι οικονομίες δεν λειτουργούσαν σε ένα ευέλικτο σύστημα αγορών, όχι μόνο εργασίας αλλά και προϊόντων και υπηρεσιών».