Ελλάδα
01-07-2021 | 12:25

HSBC: Αναβαθμίζει τις εκτιμήσεις της για την Ελλάδα - Ανάπτυξη 4,5% το 2021 - Υψηλά ελλείμματα και χρέος

HSBC: Αναβαθμίζει τις εκτιμήσεις της για την Ελλάδα - Ανάπτυξη 4,5% το 2021 - Υψηλά ελλείμματα και χρέος
live updates: Ανανεώθηκε πριν

Σε αναβάθμιση των εκτιμήσεών της για την ελληνική οικονομία προχώρησε η HSBC λόγω της καλύτερης εικόνας που επέδειξε στο α' τρίμηνο του έτους, της επιτάχυνσης του εμβολιαστικού προγράμματος αλλά και του σχεδίου ανάκαμψης.

Έτσι, ο βρετανικός οίκος εκτιμά πως η ελληνική οικονομία θα αναπτυχθεί με ρυθμό 4,5% από 2,2% που εκτιμούσε προηγουμένως, περιορίζοντας ωστόσο την εκτίμησή του για το 2022 στο 5,5% από 6%.  Παράλληλα, ο προϋπολογισμός θα παραμείνει ελλειμματικός, καθώς το έλλειμμα από 9,7% το 2020, θα αυξηθεί στο 10,5% προτού μειωθεί το 2022 στο 5,3%. Επιπλέον, το ελληνικό χρέος θα αυξηθεί παραμένοντας πάνω από το 200% του ΑΕΠ έως το 2022, με την HSBC να εκτιμά πως από 205,6% το 2020 θα αυξηθεί στο 208,8% φέτος, υποχωρώντας στο 202,3% το 2022. Ως προς το σκέλος του πληθωρισμού, αναμένει διατήρηση των τιμών σε αρνητικά επίπεδα και φέτος (-0,5% από -0,6% που είχε εκτιμήσει προηγουμένως), με επιστροφή σε θετικό έδαφος από το 2022, όταν ο δείκτης τιμών εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στο +0,5% (από +0,4% προηγουμένως). Η ανεργία θα αυξηθεί στο 16,7% (από 17% που εκτιμούσε) το 2021 από 16,4% το 2020, προτού μειωθεί ελαφρώς στο 16,3% το 2022 (16,5% προηγούμενη εκτίμηση).

Εικόνα
HSBC

Στα όσα επισημαίνει ο οίκος αναφέρει πως η βελτιωμένη εικόνα στο επίπεδο της πανδημίας οδήγησαν σε ενίσχυση του δείκτη οικονομικού κλίματος και του δείκτη μεταποίησης PMI που έφτασε στις 58 μονάδες τον Μάιο. Ωστόσο, η δυναμική της ανάκαμψης θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την πορεία του τουρισμού και τον αριθμό των ξένων που θα επισκεφθούν τη χώρα. Η HSBC αναμένει πως ο αριθμός των ξένων τουριστών θα φτάσει το 40% του επιπέδου προ πανδημίας, με το μεγαλύτερο μέρος της ανάκαμψης του κλάδου να πηγαίνει προς τα πίσω και πιο συγκεκριμένη για την επόμενη χρονιά.

Εικόνα
HSBC

Ο βρετανικός οίκος εντοπίζει δύο σημαντικές προκλήσεις καθώς η ελληνική οικονομία βγαίνει από την κρίση. Το έλλειμμα (9,7% του ΑΕΠ) όπως και το χρέος (205,6%) αυξήθηκαν με την κρίση, ενώ μέχρι στιγμής φέτος, το έλλειμμα είναι περίπου 2% υψηλότερο από το 2020. Εάν δεν συρρικνωθεί γρήγορα με τη φάση ανάκαμψης, ενδέχεται να απαιτηθεί κάποια προσαρμογή ώστε να επιτευχθεί ο στόχος της ΕΕ και το χρέος περάσει σε μια βιώσιμη πορεία. Επιπλέον, για τις εγχώριες τράπεζες, οι οποίες είχαν υψηλά μη εξυπηρετούμενα δάνεια πριν από την πανδημία και είναι οι πιο εκτεθειμένες στην Ευρωζώνη στους τομείς που επλήγησαν σοβαρά από την κρίση της πανδημίας σύμφωνα με την Επισκόπηση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας της ΕΚΤ, θα μπορούσε να υπάρξει κάποια συστημική λύση πέρα ​​από το σχέδιο «Ηρακλής».

Επιπλέον, οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων βρίσκονται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Όπως σημειώνει η HSBC, η ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας μέχρι στιγμής αλλά και η συνεχής πρόοδος στο σκέλος των μεταρρυθμίσεων βοήθησαν σίγουρα, αλλά σαφές στήριγμα αποτέλεσε και η κίνηση της ΕΚΤ να εντάξει την χώρα στο έκτακτο πρόγραμμα PEPP, παρά το γεγονός ότι δεν πληρούσε το κριτήριο του investment grade. Παράλληλα, η ΕΚΤ μέσω waiver έκανε δεκτά τα ελληνικά ομόλογα ως collateral στις πράξεις μακροπρόθεσμης αναχρηματοδότησης (TLTROs). Ωστόσο με το PEPP να λήγει τον επόμενο Μάρτιο, όπως πιθανώς και το waiver η Ελλάδα θα μπορούσε να χάσει την πρόσβαση στο QE, επιβαρύνοντας παράλληλα τα κρατικά ομόλογα και πιθανώς και τις τράπεζες.

Σε ό,τι αφορά τη νομισματική πολιτική, ο βρετανικός οίκος εκτιμά πως η ΕΚΤ θα διατηρήσει το πολύ χαλαρό πλαίσιο, αναμένοντας μείωση του ρυθμού αγορών μέσω του προγράμματος PEPP τον Σεπτέμβριο, ενώ αργότερα φέτος θα επιβεβαιωθεί και το τέλος του PEPP (Μάρτιος του 2022), προχωρώντας παράλληλα σε μια αύξηση των αγορών περιουσιακών στοιχείων στο πλαίσιο του «κανονικού» προγράμματος QE από τον Απρίλιο του επόμενου έτους, με πιθανό τον διπλασιασμό των αγορών στα 40 δισ. ευρώ μηνιαίως.

Καταλυτικός θα είναι επίσης και ο παράγοντας υλοποίησης των εθνικών σχεδίων ανάκαμψης του Ταμείου Ανάκαμψης που περιλαμβάνουν διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, συμπεριλαμβανομένων των αγορών εργασίας, των φορολογικών συστημάτων και της δημόσιας διοίκησης. Εάν αυτό επιτευχθεί τότε η συνολική παραγωγικότητα - η αποτελεσματικότητα με την οποία συνδυάζονται κεφάλαιο και εργασία στην παραγωγή - θα μπορούσε επίσης να αυξηθεί μακροπρόθεσμα, αν και η Ευρωζώνη εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις, με την HSBC να εστιάζει στα ιδιαίτερα δυσμενή δημογραφικά στοιχεία, τις άκαμπτες αγορές εργασίας και την αργή αύξηση της παραγωγικότητας. Παρόλα αυτά, σε σύγκριση με τα προ πανδημίας χρόνια, οι αναλυτές του οίκου εκτιμούν, ότι οι υψηλότερες επενδύσεις (κυρίως μέσω του NGEU) θα ενισχύσουν οριακά την δυνητική ανάπτυξη από 1% στα προ-πανδημίας χρόνια, στο 1,25% μελλοντικά.

Ακολουθήστε το insider.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.