Επιβεβλημένη όσο ποτέ εμφανίζεται η αλλαγή του συνταξιοδοτικού συστήματος, καθώς όπως προειδοποιούν ολοένα και περισσότεροι φορείς, το υπάρχον σύστημα δεν οδηγεί πουθενά, αντιθέτως κρύβει το πρόβλημα κάτω από το χαλί, μία θλιβερή «παρακαταθήκη» για τις επόμενες γενιές.

Ακόμη και οι τελευταίες αλλαγές, βασισμένες κυρίως σε μία άγονη και πυροσβεστική, εισπρακτική λογική, που από τη μια αυξάνει τις εισφορές (ειδικά των αυτοαπασχολούμενων) και από την άλλη μειώνει οριζόντια τις συντάξεις, δεν επαρκούν από μόνες τους για να διασώσουν τα καταχρεωμένα και υποστηριζόμενα από τον κρατικό προϋπολογισμό ασφαλιστικά ταμεία.

Ο σημερινός εργαζόμενος καλείται να καταβάλλει σημαντικά αυξημένες εισφορές χωρίς να είναι σίγουρο ότι τελικά θα λάβει οποιαδήποτε σύνταξη. Ήδη με τις τελευταίες αλλαγές υπολογίζεται ότι οι συντάξεις «πετσοκόβονται» κατά 10% έως 30%, ενώ οι εισφορές αυξάνονται έως και κατά 20%, με εργοδότες, εργαζόμενους και συνταξιούχων ήδη να ασφυκτιούν.

Όλοι συμφωνούν ότι το ασφαλιστικό χρειάζεται μία ριζική μεταρρύθμιση, βασισμένη σε μία εθνική στρατηγική με μακροπρόθεσμο ορίζοντα.

Όπως σημειώθηκε χαρακτηριστικά, σε πρόσφατη εκδήλωση της Ένωσης Αναλογιστών Ελλάδας, το σύστημα οδεύει προς κατάρρευση. Η αποπροσανατολιστική πολιτική των βραχυπρόθεσμων λύσεων, στην ουσία μη λύσεων, ιδιαιτέρως προσφιλής σε όλες οι κυβερνήσεις μέχρι σήμερα, προκειμένου να μην αναληφθεί η πολιτική ευθύνη της πραγματικής και επώδυνης λύσης, αποκρύπτει από τους πολίτες την αλήθεια και τα τεράστια θέματα που απειλούν τη συνοχή του κοινωνικού κράτους .

Το 2016 το ετήσιο έλλειμμα των φορέων κοινωνικής ασφάλισης υπολογίζεται στα περίπου 17 δισ. Ευρώ, που αναλογεί περίπου στο 10% του ΑΕΠ, ενώ η χρηματοδότηση του ελλείμματος αυτού από τον κρατικό προϋπολογισμό απορροφά το 40% σχεδόν των φορολογικών εσόδων. Η ετήσια δαπάνη για συντάξεις αναλογεί στο 17% του ΑΕΠ και είναι η υψηλότερη στον κόσμο. Την ίδια στιγμή οι εισφορές είναι 27%, επίσης οι υψηλότερες στον κόσμο – ιδίως για τους αυτοαπασχολούμενους. Σε αυτό το πλαίσιο, θεωρείται επιβεβλημένη η συμμετοχή της ιδιωτικής ασφάλισης στο σύστημα συνταξιοδότησης, όπως γίνεται σε πολλές χώρες του εξωτερικού, εδώ και πολλά χρόνια.

Άλλωστε τι είναι πιο λογικό, αφού το κράτος δεν μπορεί να σηκώσει μόνο του όλο το βάρος της κάλυψης των συνταξιούχων, από το να αναζητήσει συνεργασίες με τους επαγγελματίες της αγοράς και εγκαταλείποντας παρωχημένες πρακτικές, να προχωρήσει σε μία ολοκληρωμένη και βιώσιμη λύση προς όφελος των ασφαλισμένων.

Ποια είναι η ευρωπαϊκή εμπειρία; Επιτυχημένα συνταξιοδοτικά συστήματα

Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες εφαρμόζεται το σύστημα των τριών πυλώνων, δηλαδή το σύστημα που στηρίζεται α) στην κρατική σύνταξη (υποχρεωτική, αναδιανεμητικό σύστημα), β) στην επαγγελματική σύνταξη (υποχρεωτική με δικαίωμα επιλογής και κεφαλαιοποιητικό σύστημα, καθορισμένης εισφοράς με ατομικούς λογαριασμούς) και γ) στην ιδιωτική σύνταξη (προαιρετική). Με βάση αυτό το σύστημα, ο πολίτης επιλέγει τον συνδυασμό που είναι κατάλληλος για τον ίδιο και το εισόδημά του.

Το σύστημα βασίζεται κυρίως στην κρατική κοινωνική ασφάλιση αλλά με την παράλληλη στήριξή της με συμπληρωματικές συντάξεις που προέρχονται από τον δεύτερο και τον τρίτο πυλώνα. Μέχρι στιγμής, στην Ελλάδα εφαρμόζεται αποκλειστικά μόνο ο πρώτος πυλώνας, με όλα τα προβλήματα τα οποία διαπιστώνουμε στην καθημερινότητά μας. Ο δεύτερος πυλώνας δεν έχει εφαρμοστεί καθόλου, ενώ ο τρίτος πυλώνας –η συμπληρωματική ιδιωτική σύνταξη- λειτουργεί μεν, αλλά χωρίς τα σημαντικά φορολογικά κίνητρα, όπως συμβαίνει σε άλλες χώρες της Ευρώπης.

Εντούτοις, η ανασφάλεια για το μέλλον στρέφει τους εργαζόμενους στη λύση των ιδιωτικών ασφαλιστικών προγραμμάτων.Δεν είναι λίγες οι ασφαλιστικές εταιρείες που προχωρούν τα τελευταία χρόνια στον σχεδιασμό προσαρμοσμένων στις ανάγκες των ασφαλισμένων προγραμμάτων.

Εντυπωσιακά ιδιωτικά προγράμματα καλύπτουν το κενό.

Ένα τέτοιο πρόγραμμα, το οποίο ξεχωρίσαμε για την ευελιξία και τις σημαντικές αποδόσεις του, είναι το το Accelerator Plus 2.0 της MetLife, μίας ηγετικής εταιρείας σε παγκόσμιο επίπεδο, που το 2016 επέδειξε σημαντικά αποτελέσματα και αύξηση του κύκλου εργασιών της, χάρη στην ετοιμότητα και τον καινοτομικό σχεδιασμό των προϊόντων της, ειδικά για την ελληνική αγορά.

Πρόκειται ουσιαστικά για ένα πρόγραμμα δημιουργίας κεφαλαίου για το μέλλον, με εξαιρετικά απλή φιλοσοφία: α) χαμηλά ασφάλιστρα που ξεκινούν από 600 ευρώ το χρόνο και μπορούν να προσαρμόζονται στις οικονομικές δυνατότητες του κάθε ασφαλισμένου β) υψηλά ποσοστά επένδυσης από τον πρώτο χρόνο και γ) πολλές εναλλακτικές κατηγορίες επένδυσης, όπως ομόλογα, μετοχές ή χρηματικά διαθέσιμα, ώστε να επιλέξει ο κάθε ασφαλισμένος τον συνδυασμό κατηγοριών που επιθυμεί ο ίδιος. Το εντυπωσιακό στο πρόγραμμα αυτό είναι ότι, αντίθετα με τα μονοδιάστατα και τυποποιημένα τραπεζικά προϊόντα, δίνει το δικαίωμα στον ασφαλισμένο να μπορεί να επιλέξει είτε ανάμεσα σε οκτώ επενδυτικά προγράμματα είτε σε έναν από τους πέντε συνδυασμούς προεπιλεγμένων επενδυτικών προγραμμάτων, αλλά και να αλλάξει την επενδυτική επιλογή του ανά πάσα στιγμή ή ακόμη και να εκταμιεύσει μέρος ή το σύνολο του επενδεδυμένου ποσού, όποτε ο ίδιος το επιλέξει.

Βλέπουμε λοιπόν ότι η αγορά, με τον πελατοκεντρικό της χαρακτήρα και τη διεθνή τεχνογνωσία εταιρειών-όπως το παράδειγμα της МetLife που προαναφέραμε και των παγκοσμίου φήμης συνεργατών της BlackRock, Pimco, Vanguard, Schroders, Fidelity, Templeton και άλλων-βρίσκει τρόπους, να απαντά άμεσα και αποτελεσματικά στις ανάγκες. Ας αναρωτηθούμε λοιπόν ποιους συμφέρει να κρατούν την ασφαλιστική αγορά εκτός της συζήτησης, αν όχι αποκλειστικά και μόνο εκείνους που δεν θέλουν στην πραγματικότητα να λυθεί το συνταξιοδοτικό μας πρόβλημα, για προφανείς λόγους.