Περίπου 450 ευρώ ξοδεύουν κατά μέσο όρο τα ελληνικά νοικοκυριά για τις αγορές των Χριστουγέννων ενώ ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 455 ευρώ.

Ο  τζίρος των Χριστουγέννων αναμένεται να κινηθεί φέτος οριακά καλύτερα από πέρσι κοντά στα 3,5 δισ. ευρώ, όπως επεσήμανε στο insider.gr ο πρόεδρος του ΕΒΕΠ και του Περιφερειακού Επιμελητηριακού Συμβουλίου Αττικής, Βασίλης Κορκίδης.

Ο ίδιος σημειώνει πως oι δαπάνες των ελληνικών νοικοκυριών μεταξύ 2010 και 2019, μειώθηκαν κατά περίπου 31 δισ. ευρώ και η ιδιωτική κατανάλωση από τα 152 δισ. ευρώ στα 121 δισ. ευρώ, όταν το εισόδημα των Ελλήνων, δεν υπερβαίνει ετησίως τα 114 δισ. ευρώ. «Επειδή, λοιπόν, εισόδημα και κατανάλωση είναι συγκοινωνούντα δοχεία, αυτό σημαίνει ότι πολλές οικογενειακές υποχρεώσεις καλύπτονται από τις αποταμιεύσεις των νοικοκυριών στις τράπεζες και αλλού, ενώ μετά από αρκετό καιρό παρατηρείται και πάλι μία αύξηση 15% στη χρήση πιστωτικών καρτών» τονίζει.

Η πλειονότητα των καταναλωτών ξεκινά τις αγορές το πρώτο δεκαπενθήμερο του Δεκεμβρίου, συνεχίζει πολύ έντονα την περίοδο 16-24 Δεκεμβρίου και μόνο 2 στους 10 κάνουν τις αγορές τους μετά τα Χριστούγεννα, έως και την 31η Δεκεμβρίου.

Σύμφωνα με έρευνες όπως αυτή της Deloitte, καταγράφεται ότι ο προϋπολογισμός των Ελλήνων για τις αγορές των Χριστουγέννων κυμαίνεται στα 450 ευρώ.

Από αυτά σύμφωνα με την έρευνα τα 157 ευρώ πηγαίνουν σε φαγητό, 136 ευρώ για δώρα, 82 ευρώ για ταξίδια και 75 ευρώ για διασκέδαση.

Αντίστοιχα ο μέσος όρος των Ευρωπαίων καταναλώνει 188 ευρώ για δώρα, 131 για φαγητό, 77 για ταξίδια και 49 ευρώ για διασκέδαση.

Τα περισσότερα χρήματα τα Χριστούγεννα ξοδεύουν κατά σειρά οι Ισπανοί με 633 ευρώ, οι Βρετανοί με 614 ευρώ και οι Ιταλοί με 529 ευρώ, με τους Έλληνες να είμαστε στη 5η θέση της λίστας.

Οι Έλληνες επιλέγουν να ξοδέψουν τις γιορτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς κυρίως σε ρούχα και παπούτσια, ακολουθούν το φαγητό και το ποτό και η τρίτη κατηγορία, είναι τα παιδικά παιχνίδια.

Παράλληλα σύμφωνα με τον κ. Κορκίδη κατά τη διάρκεια του 2018 παρατηρήθηκε μία μετατόπιση τζίρου κατά 4% από τα μικρά στα μεγαλύτερα εμπορικά καταστήματα και εμπορικά κέντρα.