Με τις νέες εισροές ακινήτων να έχουν ουσιαστικά μηδενιστεί και το χαρτοφυλάκιο της διεύθυνσης διαχείρισης ακινήτων να μειώνεται χρόνο με τον χρόνο, η Τράπεζα Κύπρου πλησιάζει στο τέλος ενός πολυετούς κύκλου εκποίησης ανακτηθέντων ακινήτων.
Από τις αρχές του 2019, μέσω συμφωνιών ανταλλαγής χρέους με ακίνητα, περιήλθαν στην κυριότητα του ομίλου ακίνητα λογιστικής αξίας περίπου 0,5 δισ. ευρώ, την ώρα που οι πωλήσεις ανακτηθέντων την ίδια περίοδο ανήλθαν σε περίπου 1,4 δισ. ευρώ, αποτυπώνοντας την «επιθετική» εκκαθάριση του χαρτοφυλακίου.
Στις 30 Ιουνίου 2026, η Κύπρου διαχειριζόταν ανακτηθέντα ακίνητα και άλλα, λογιστικής αξίας ύψους 341 εκατ. ευρώ, σε σύγκριση με 442 εκατ. ευρώ ένα χρόνο πριν, μειωμένα κατά 23% σε ετήσια βάση - καθαρή απομείωση 101 εκατ. ευρώ. Με αυτό τον τρόπο ελάφρυνε την κεφαλαιακή επίπτωση καθώς τα ανακτηθέντα ακίνητα σταθμίζονται με συντελεστή 100%, τη στιγμή που ο στόχος για υποχώρηση του χαρτοφυλακίου κάτω από τα 500 εκατ. ευρώ είχε ήδη επιτευχθεί από το 2025.
Σε επίπεδο σύνθεσης του χαρτοφυλακίου, τη μεγαλύτερη κατηγορία εξακολουθούν να αποτελούν τα οικόπεδα και τα αγροτεμάχια, με λογιστική αξία 204 εκατ. ευρώ, μειωμένη από 224 εκατ. ευρώ ένα χρόνο νωρίτερα. Ακολουθούν τα γραφεία και τα λοιπά εμπορικά ακίνητα, τα οποία περιορίστηκαν στα 51 εκατ. ευρώ από 58 εκατ. ευρώ, ενώ τα οικιστικά ακίνητα διαμορφώθηκαν στα 37 εκατ. ευρώ, έναντι 46 εκατ. ευρώ στο τέλος του πρώτου εξαμήνου του 2025. Σταθερή στα 31 εκατ. ευρώ παρέμεινε η αξία των ακινήτων που συνδέονται με γήπεδα γκολφ.
Παρότι οι συμφωνίες αγοραπωλησιών αυξήθηκαν σε 221 από 189 ακίνητα το πρώτο εξάμηνο του 2026, η συνολική αξία των συμβολαίων διαμορφώθηκε μόλις στα 34 εκατ. ευρώ, έναντι 227 εκατ. ευρώ την αντίστοιχη περσινή περίοδο. Η μεγάλη απόκλιση αντανακλά κυρίως την υψηλή βάση σύγκρισης της περσινής περιόδου, όταν η Τράπεζα Κύπρου ολοκλήρωσε την πώληση του μεγαλύτερου συγκροτήματος γηπέδου γκολφ, αξίας περίπου 200 εκατ. ευρώ.
Επιπλέον, η αρμόδια διεύθυνση βρίσκεται σε προχωρημένες διαδικασίες για πωλήσεις ακινήτων ύψους 40 εκατ. ευρώ (τιμή συμβολαίου), εκ των οποίων τα μισά αφορούσαν υπογεγραμμένες αγοραπωλητήριες συμφωνίες (σε σύγκριση με 34 εκατ. ευρώ το πρώτο εξάμηνου του 2025, εκ των οποίων τα 19 εκατ. ευρώ αφορούσαν υπογεγραμμένες αγοραπωλητήριες συμφωνίες). Οι νέες εισροές περιορίστηκαν μόλις στο 1 εκατ. ευρώ, έναντι 8 εκατ. ευρώ το πρώτο εξάμηνο του 2025, επιβεβαιώνοντας τη φθίνουσα τάση.



