Μπορεί σχεδόν όλες οι μεγάλες ελληνικές επιχειρήσεις να δημοσιεύουν πλέον εκθέσεις βιωσιμότητας σύμφωνα με τη νέα ευρωπαϊκή νομοθεσία, όμως η πραγματική δοκιμασία δεν βρίσκεται στις δεσμεύσεις που περιγράφουν, αλλά στους αριθμούς που τις συνοδεύουν. Για πρώτη φορά, η Ευρωπαϊκή Ταξινομία επιτρέπει να μετρηθεί με κοινά κριτήρια τι ποσοστό του κύκλου εργασιών, των επενδύσεων και των λειτουργικών δαπανών μιας επιχείρησης συνδέεται με δραστηριότητες που θεωρούνται περιβαλλοντικά βιώσιμες. Τα πρώτα συγκεντρωτικά στοιχεία για την ελληνική αγορά δείχνουν ότι η μετάβαση δεν εξελίσσεται με τον ίδιο ρυθμό για όλους. Αντίθετα, αποκαλύπτουν μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ των κλάδων ως προς τον βαθμό ευθυγράμμισης με την Ευρωπαϊκή Ταξινομία.
Αυτό είναι ένα από τα βασικά συμπεράσματα της μελέτης «Ανάλυση των Εκθέσεων CSRD Ελληνικών Εταιρειών: 2ο Έτος Εφαρμογής», η οποία δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο και εξετάζει τις εκθέσεις βιωσιμότητας 52 ελληνικών επιχειρήσεων για το οικονομικό έτος 2025. Σύμφωνα με την ανάλυση, ο κλάδος των Ανανεώσιμων Πόρων και Εναλλακτικής Ενέργειας (Renewable Resources & Alternative Energy) εμφανίζει τη μεγαλύτερη ευθυγράμμιση με την Ευρωπαϊκή Ταξινομία, ενώ στους κλάδους Καταναλωτικών Αγαθών (Consumer Goods), Τεχνολογίας και Επικοινωνιών (Technology & Communications) και Μεταποίησης Πόρων (Resource Transformation) η ευθυγράμμιση είναι μηδενική ή σχεδόν μηδενική.
Η Ταξινομία της ΕΕ λειτουργεί ως κοινό ευρωπαϊκό λεξικό για το ποιες οικονομικές δραστηριότητες μπορούν να θεωρηθούν περιβαλλοντικά βιώσιμες. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στόχος της είναι να περιορίσει το greenwashing, να δώσει μεγαλύτερη ασφάλεια στους επενδυτές και να κατευθύνει κεφάλαια σε δραστηριότητες που συμβάλλουν στην πράσινη μετάβαση.
Πού καταγράφεται η μεγαλύτερη ευθυγράμμιση
Στο ελληνικό δείγμα, ο κλάδος των Ανανεώσιμων Πόρων και Εναλλακτικής Ενέργειας (Renewable Resources & Alternative Energy) ξεχωρίζει καθαρά. Η μέση ευθυγράμμιση με την Ταξινομία φτάνει στο 48,9% στον κύκλο εργασιών, στο 48,2% στις λειτουργικές δαπάνες και στο 45,25% στις κεφαλαιουχικές δαπάνες. Πρόκειται για τα υψηλότερα ποσοστά μεταξύ των κλάδων που εξετάζονται στη μελέτη.
Ακολουθεί ο κλάδος των Υποδομών (Infrastructure), με 23,24% ευθυγράμμιση στον κύκλο εργασιών, 14,08% στις λειτουργικές δαπάνες και 25,84% στις κεφαλαιουχικές δαπάνες, ενώ ο κλάδος των Μεταφορών (Transportation) εμφανίζει 22,14% στον κύκλο εργασιών, 21,96% στις λειτουργικές δαπάνες και 8,66% στις κεφαλαιουχικές δαπάνες.
Στον κλάδο των Εξορύξεων και Επεξεργασίας Ορυκτών (Extractives & Minerals Processing), η εικόνα είναι πιο άνιση: μόλις 5,85% στον κύκλο εργασιών, αλλά 28,25% στις κεφαλαιουχικές δαπάνες, ένδειξη ότι οι επενδύσεις μπορεί να προηγούνται της σημερινής παραγωγής «πράσινου» κύκλου εργασιών.
Αντίθετα, στους κλάδους των Καταναλωτικών Αγαθών (Consumer Goods), της Τεχνολογίας και Επικοινωνιών (Technology & Communications) και της Μεταποίησης Πόρων (Resource Transformation) η ευθυγράμμιση είναι μηδενική στους βασικούς δείκτες, ενώ στις Υπηρεσίες (Services) καταγράφεται μόλις 0,13% στον κύκλο εργασιών και μηδενική ευθυγράμμιση στις λειτουργικές και κεφαλαιουχικές δαπάνες. Η ίδια η μελέτη επισημαίνει ότι αυτό μπορεί να υποδηλώνει είτε περιορισμένες επιλέξιμες δραστηριότητες είτε χαμηλή συμβολή δραστηριοτήτων που πληρούν τα κριτήρια της Ταξινομίας.
Το μήνυμα για τις επενδύσεις
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο δεν είναι μόνο ποιοι κλάδοι έχουν σήμερα υψηλότερο «πράσινο» κύκλο εργασιών, αλλά πού κατευθύνονται οι επενδύσεις. Η Ταξινομία δεν μετρά μόνο τι παράγει σήμερα μια εταιρεία, αλλά και πόσο από το επενδυτικό της πρόγραμμα συνδέεται με δραστηριότητες που πληρούν τα ευρωπαϊκά περιβαλλοντικά κριτήρια.
Γι’ αυτό έχει σημασία ότι σε ορισμένους κλάδους το CAPEX είναι υψηλότερο από τον κύκλο εργασιών. Στις εξορυκτικές και βιομηχανικές δραστηριότητες του δείγματος, για παράδειγμα, η ευθυγράμμιση στις κεφαλαιουχικές δαπάνες φτάνει στο 28,25%, έναντι 5,85% στον κύκλο εργασιών. Αυτό δείχνει ότι ένα μέρος των επενδύσεων στρέφεται σε δραστηριότητες που μπορούν να αλλάξουν το αποτύπωμα των εταιρειών τα επόμενα χρόνια, ακόμη και αν αυτό δεν αποτυπώνεται ακόμη στα σημερινά έσοδα.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η τάση είναι αντίστοιχη. Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την εφαρμογή της Ταξινομίας, το 2024 ο ευθυγραμμισμένος με την Ταξινομία κύκλος εργασιών έφτασε τα 825 δισ. ευρώ, αντιστοιχώντας στο 11,2% του συνολικού κύκλου εργασιών των εταιρειών με μη μηδενικές επιλέξιμες δραστηριότητες. Οι ευθυγραμμισμένες λειτουργικές δαπάνες ανήλθαν στα 72 δισ. ευρώ, ή 15,3% του αντίστοιχου OPEX.
Το πραγματικό μέγεθος των πράσινων χρηματοδοτήσεων
Στον χρηματοπιστωτικό κλάδο, η εικόνα αποτυπώνεται μέσω του Green Asset Ratio, του δείκτη που δείχνει ποιο μέρος των τραπεζικών ανοιγμάτων συνδέεται με δραστηριότητες ευθυγραμμισμένες με την Ταξινομία. Στο ελληνικό δείγμα, ο μέσος GAR των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων διαμορφώνεται στο 12% για τον κύκλο εργασιών και στο 8% για τις κεφαλαιουχικές δαπάνες.
Το στοιχείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί δείχνει ότι ακόμη και στις τράπεζες, που βρίσκονται στο κέντρο της χρηματοδότησης της μετάβασης, το ποσοστό των στοιχείων ενεργητικού που «μετρά» ως πράσινο με βάση την Ταξινομία παραμένει περιορισμένο. Η εικόνα δεν είναι μόνο ελληνική. Η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών έχει επισημάνει ότι ο μέσος GAR στις τράπεζες της ΕΕ και του ΕΟΧ παραμένει χαμηλός, λίγο κάτω από το 3%, με μεγάλες διαφοροποιήσεις ανά χώρα και τράπεζα.
Αυτό εξηγεί γιατί το GAR συχνά προκαλεί αμηχανία στην αγορά. Δεν αποτυπώνει απλώς την πράσινη στρατηγική μιας τράπεζας, αλλά και τη δομή του χαρτοφυλακίου της, τη διαθεσιμότητα στοιχείων από τους πελάτες της και το πόσες δραστηριότητες καλύπτονται τελικά από την ίδια την Ταξινομία.
Η νέα γραμμή διαχωρισμού στην αγορά
Το βασικό συμπέρασμα από τη μελέτη είναι ότι η CSRD και η Ταξινομία μεταφέρουν τη συζήτηση από το γενικό ESG στο μετρήσιμο οικονομικό αποτύπωμα. Δεν αρκεί πλέον μια εταιρεία να δηλώνει ότι επενδύει στη βιωσιμότητα. Πρέπει να δείχνει ποιο ποσοστό του κύκλου εργασιών, των δαπανών και των επενδύσεών της συνδέεται με δραστηριότητες που πληρούν συγκεκριμένα ευρωπαϊκά τεχνικά κριτήρια.
Για την ελληνική αγορά, αυτό δημιουργεί μια νέα γραμμή διαχωρισμού. Από τη μία πλευρά βρίσκονται οι κλάδοι που έχουν ήδη δραστηριότητες οι οποίες αναγνωρίζονται από την Ταξινομία, όπως οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, οι υποδομές και μέρος των μεταφορών. Από την άλλη, υπάρχουν κλάδοι όπου η βιωσιμότητα μπορεί να υπάρχει σε επίπεδο πολιτικών, στόχων ή εκπομπών, αλλά δεν μεταφράζεται ακόμη σε υψηλή ταξινομική ευθυγράμμιση.



