Σημαντικές αποκλίσεις καταγράφονται στην ταχύτητα μείωσης του εγγυημένου υπολοίπου των τιτλοποιήσεων του «Ηρακλή». Σε κάποιες περιπτώσεις το υπόλοιπο των εγγυημένων ομολογιών υψηλής εξασφάλισης έχει συρρικνωθεί σημαντικά, ενώ σε άλλες η απομείωση εξελίσσεται με σαφώς βραδύτερο ρυθμό, εξέλιξη που συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με τη σύνθεση και την ποιότητα των χαρτοφυλακίων που έχουν αναλάβει να διαχειριστούν οι servicers.
Από τα τέλη του 2023 και μέχρι τον Μάρτιο του 2026 το εγγυημένο υπόλοιπο των τιτλοποιήσεων του «Ηρακλή» μειώθηκε κατά περίπου 2,4 δισ. ευρώ (στα 16,7 δισ. ευρώ), παρά τις αποκλίσεις που καταγράφονται στις επιδόσεις των επιμέρους συναλλαγών. Συναλλαγές που περιλάμβαναν μεγαλύτερο ποσοστό εξασφαλισμένων ή ήδη ρυθμισμένων απαιτήσεων εμφανίζουν ταχύτερη αποκλιμάκωση των εγγυημένων ομολογιών σε σχέση με χαρτοφυλάκια που συγκέντρωσαν δάνεια με πολυετή καθυστέρηση ή περιορισμένες δυνατότητες αναδιάρθρωσης.
Τη μεγαλύτερη μείωση εμφανίζει το «Frontier I» της Εθνικής, με το εγγυημένο υπόλοιπο να έχει υποχωρήσει κατά περίπου 657 εκατ. ευρώ σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2023, χαρτοφυλάκιο, με υψηλή συμμετοχή δανείων που έφεραν εμπράγματες εξασφαλίσεις, κυρίως επί ακινήτων. Ακολουθούν τα «Galaxy IV» της Alpha Bank, (μείωση κατά 322 εκατ. ευρώ), το «Sunrise II» της Πειραιώς (μείωση 264 εκατ. ευρώ), το «Mexico» της Eurobank (το ανεξόφλητο εγγυημένο υπόλοιπο μειώθηκε κατά 262 εκατ. ευρώ) και «Cairo III» (μείωση 275 εκατ. ευρώ).
Στον αντίποδα, αισθητά μικρότερη είναι η αποκλιμάκωση σε συναλλαγές όπως τα «Cairo I και II» τα «Vega I, II και III» ή το «Phoenix», όπου η μείωση του εγγυημένου υπολοίπου κινείται σε σαφώς χαμηλότερα επίπεδα. Ενδεικτικά, το «Cairo I» συγκέντρωσε μεγάλο όγκο στεγαστικών και καταναλωτικών βαθιά «κόκκινων» δανείων, ενώ το «Cairo ΙΙ» περιλάμβανε απαιτήσεις μικρομεσαίων επιχειρήσεων που εμφανίζουν μεγαλύτερο βαθμό δυσκολίας ως προς τη ρύθμιση και την ανάκτηση.
Παρά τη σταδιακή μείωση των εγγυημένων υπολοίπων, η αγορά εξακολουθεί να παρακολουθεί στενά τις επιδόσεις των τιτλοποιήσεων, ιδιαίτερα μετά τη συζήτηση που άνοιξε γύρω από τις ανακτήσεις και τις επιπτώσεις της απόφασης του Αρείου Πάγου για τα δάνεια του νόμου Κατσέλη. Όπως είχε αναδείξει το insider.gr, η συγκεκριμένη εξέλιξη επηρεάζει κυρίως τη χρονική δυναμική των ανακτήσεων, μεταθέτοντας προς τα πίσω την πλήρη εξάντληση των μέτρων είσπραξης και, κατ’ επέκταση, τον χρόνο αξιολόγησης των κρατικών εγγυήσεων.
Παράγοντες με γνώση του θέματος επισημαίνουν πάντως ότι η πορεία των ανακτήσεων πρέπει να αξιολογείται λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής αγοράς, χωρίς αυτό να αναιρεί τις αποκλίσεις που εξακολουθούν να καταγράφονται μεταξύ των επιμέρους τιτλοποιήσεων. Όταν ξεκίνησε ο «Ηρακλής», δεν υπήρχαν οι απαραίτητες υποδομές, ψηφιακές πλατφόρμες και τυποποιημένες διαδικασίες που διαθέτει σήμερα ο κλάδος, με αποτέλεσμα σημαντικό μέρος των ενεργειών να διεκπεραιώνεται χειροκίνητα. Παράλληλα, οι δικαστικές διαδικασίες εξακολουθούν να αποτελούν βασική πηγή καθυστερήσεων, καθώς η προσφυγή των οφειλετών στα δικαστήρια μπορεί να παρατείνει σημαντικά τον χρόνο ανάκτησης απαιτήσεων, ακόμη και όταν δεν μεταβάλλει την τελική έκβαση της υπόθεσης.
Επιπλέον, η διατήρηση της τροχιάς μείωσης του όγκου «κόκκινων» δανείων αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη ότι οι τιτλοποιήσεις κλήθηκαν να λειτουργήσουν σε ένα περιβάλλον που επηρεάστηκε διαδοχικά από την πανδημία, την ενεργειακή κρίση και την άνοδο των επιτοκίων. Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι ένα τμήμα δανειοληπτών κατάφερε να επανέλθει σε καθεστώς εξυπηρέτησης μέσω ρυθμίσεων και λύσεων αναδιάρθρωσης.
Ο κίνδυνος από την άλλη εντοπίζεται στις περιπτώσεις όπου δεν επιτυγχάνεται συμφωνία μεταξύ servicers και οφειλετών, με αποτέλεσμα οι απαιτήσεις να παραμένουν μη εξυπηρετούμενες για μεγάλο χρονικό διάστημα ή να οδηγούνται σε διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης που καταλήγουν χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα. Σε αυτές τις περιπτώσεις τα δάνεια παραμένουν «κόκκινα», ενώ δεν παράγονται και οι αναγκαίες ταμειακές ροές. Σε αυτή την κατεύθυνση κινούνται και οι πρόσφατες παρεμβάσεις για το ιδιωτικό χρέος, με τη διεύρυνση του εξωδικαστικού μηχανισμού και τα νέα εργαλεία ρύθμισης οφειλών, καθώς το ζητούμενο παραμένει η ενίσχυση των ανακτήσεων μέσω βιώσιμων ρυθμίσεων και όχι η συσσώρευση απαιτήσεων σε διαδικασίες που δεν παράγουν ταμειακές ροές.



