Η ελληνική βιομηχανία συνεχίζει να πληρώνει από τα ακριβότερα τιμολόγια ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη, ακόμη και μετά το τέλος της μεγάλης ενεργειακής αναταραχής των προηγούμενων ετών. Τα νέα στοιχεία του ΙΟΒΕ αναδεικνύουν ότι η απόσταση της Ελλάδας από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο παραμένει μεγάλη, την ώρα που οι διεθνείς εξελίξεις στην Μέση Ανατολή, οι κινήσεις του Brent και η άνοδος των ναύλων δημιουργούν ξανά συνθήκες αυξημένου κόστους για τα εργοστάσια.
Σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, το 2025 η τιμή ηλεκτρικής ενέργειας για την εγχώρια βιομηχανία ανήλθε στα 115 ευρώ ανά μεγαβατώρα, επίπεδο κατά 39,5% υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρώπης, που διαμορφώθηκε στα 83 ευρώ/MWh. Το στοιχείο αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία καθώς αφορά περίοδο μετά την κορύφωση της ενεργειακής κρίσης, γεγονός που δείχνει ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει διαρθρωτικό πρόβλημα κόστους ενέργειας.
- ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ - Καύσιμα: Τι θα γινόταν σε Ευρώπη και Ελλάδα εάν ο πόλεμος στον Περσικό σταματούσε αύριο
Το ΙΟΒΕ επισημαίνει επίσης ότι η βιομηχανία στην Ελλάδα παρουσιάζει σταθερά υψηλότερο μερίδιο ενεργειακού κόστους στο συνολικό κόστος παραγωγής σε σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Την περίοδο 2021-2023, το ενεργειακό κόστος αντιστοιχούσε στο 3,8% του συνολικού κόστους παραγωγής, όταν ο μέσος όρος της ΕΕ βρισκόταν μόλις στο 2,3%.
Η διαφορά αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα για τους ενεργοβόρους κλάδους, όπως τα μέταλλα, τα δομικά υλικά, η χημική βιομηχανία και η μεταποίηση τροφίμων, οι οποίοι λειτουργούν σε ένα περιβάλλον όπου το κόστος ηλεκτρισμού επηρεάζει άμεσα τόσο τα περιθώρια κέρδους όσο και τις τελικές τιμές προϊόντων.
Οι νέες γεωπολιτικές πιέσεις ανεβάζουν ξανά το κόστος
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο καθώς η νέα κρίση στη Μέση Ανατολή επηρεάζει πλέον ταυτόχρονα ενέργεια, μεταφορές και πρώτες ύλες. Το Brent αυξήθηκε κατά 13,7% τον Απρίλιο και διαμορφώθηκε στα 117,3 δολάρια ανά βαρέλι, ενώ ανοδικά κινήθηκαν και βασικά βιομηχανικά μέταλλα όπως το αλουμίνιο, ο χαλκός και το νικέλιο.
Παράλληλα, οι θαλάσσιες μεταφορές επηρεάζονται ξανά από τις διεθνείς εντάσεις. Το ΙΟΒΕ καταγράφει άνοδο 79,2% στους ναύλους ξηρού φορτίου τον Απρίλιο, συνδέοντας την εξέλιξη τόσο με τις πιέσεις στις μεταφορές μέσω των Στενών του Ορμούζ όσο και με την αυξημένη διεθνή ζήτηση πρώτων υλών.
Οι πιέσεις αυτές αρχίζουν ήδη να περνούν και στους δείκτες κόστους της βιομηχανίας. Οι τιμές εισαγωγών στην ελληνική βιομηχανία αυξήθηκαν κατά 11,6% τον Μάρτιο, ενώ ο δείκτης τιμών παραγωγού εκτινάχθηκε κατά 14,8%, πολύ υψηλότερα από την υπόλοιπη Ευρώπη.
Την ίδια στιγμή, οι ίδιες οι επιχειρήσεις εμφανίζονται πιο επιφυλακτικές για το επόμενο διάστημα. Το ΙΟΒΕ καταγράφει εξασθένιση των προσδοκιών για παραγωγή και απασχόληση, αλλά ταυτόχρονα σημαντική αύξηση των επιχειρήσεων που αναμένουν άνοδο τιμών το επόμενο διάστημα, στοιχείο που δείχνει ότι η αγορά φοβάται νέο κύκλο ανατιμήσεων.
Παρά τις πιέσεις, η ελληνική βιομηχανία εξακολουθεί να εμφανίζει αντοχές. Η βιομηχανική παραγωγή αυξήθηκε κατά 8,4% τον Μάρτιο στην Ελλάδα, όταν στα κράτη της ΕΕ καταγράφηκε μείωση 1%, ενώ η μεταποίηση ενισχύθηκε κατά 5,6%.
Η Ευρώπη φοβάται νέο γύρο πίεσης για τη βιομηχανία της
Οι ίδιες ανησυχίες επανέρχονται πλέον και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η άνοδος του ενεργειακού κόστους, των ναύλων και των πρώτων υλών επηρεάζει ήδη ενεργοβόρες μονάδες σε Γερμανία, Ιταλία και Γαλλία, ιδιαίτερα στους κλάδους αλουμινίου, χάλυβα, χημικών και λιπασμάτων.
Το ΙΟΒΕ σημειώνει ότι οι τιμές εισαγωγών και οι τιμές παραγωγού στην Ευρωζώνη επέστρεψαν ξανά σε ανοδική τροχιά, ενώ η νέα αύξηση των δικαιωμάτων εκπομπών CO2, που ανήλθαν στα 72,47 ευρώ ανά τόνο τον Απρίλιο, επιβαρύνει περαιτέρω τη βιομηχανική παραγωγή στην ΕΕ.
Σε αρκετές ευρωπαϊκές αγορές αρχίζει ήδη να επιστρέφει ο φόβος ότι η Ευρώπη θα συνεχίσει να παράγει με ακριβότερη ενέργεια σε σχέση με ανταγωνιστές όπως οι ΗΠΑ και η Μέση Ανατολή, γεγονός που ενδέχεται να πιέσει επενδύσεις, παραγωγή και εξαγωγές το επόμενο διάστημα.