Ισχυρότερη του αναμενόμενου κερδοφορία για το πρώτο τρίμηνο του τρέχοντος έτους παρουσίασε η Τράπεζα Κύπρου, τη στιγμή που η πιστωτική επέκταση επανήλθε σε μια πιο δυναμική τροχιά.
Τα καθαρά κέρδη της τράπεζας διαμορφώθηκαν στα 121 (στα 128 εκατ. στο τέταρτο τρίμηνο) έναντι εκτιμήσεων για 111 εκατ. ευρώ, λόγω αντιστροφής πρόβλεψης και θετικού επίπτωσης 1 εκατ. ευρώ. Από την άλλη, η φορολογική επιβάρυνση ήταν αυξημένη κατά 21 εκατ. αυξημένη έναντι του τέταρτου τριμήνου του 2025, αντανακλώντας την αύξηση του φορολογικού συντελεστή στο 15% (από 12,5%), με ισχύ από 1 Ιανουαρίου 2026.
Επιπλέον, το λειτουργικό κόστος κινήθηκε ευνοϊκότερα έναντι του προηγούμενου τριμήνου, όπου υπήρξε επιβάρυνση με κόστος ύψους 14 εκατ. ευρώ από το πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου. Τα καθαρά έσοδα από τόκους κινήθηκαν εντός εκτιμήσεων στα 181 εκατ. ευρώ, ελαφρώς χαμηλότερα σε τριμηνιαία βάση, λόγω λιγότερων ημερολογιακών ημερών - επίδραση περίπου 10,5 εκατ. ευρώ σύμφωνα με την διοίκηση.
Παρά την αυξημένη γεωπολιτική αβεβαιότητα και τους κινδύνους για τον ευρωπαϊκό τουρισμό και τις τιμές ενέργειας λόγω της κρίσης στη Μέση Ανατολή, η διοίκηση της Κύπρου διατήρησε αμετάβλητους τους στόχους της έως το 2028, εκφράζοντας εμπιστοσύνη στην ανθεκτικότητα της κυπριακής οικονομίας και στη δυνατότητα του ομίλου να διατηρήσει την ισχυρή παραγωγή κεφαλαίου.
Η κυπριακή τράπεζα κατέγραψε πιστωτική επέκταση 829 εκατ. ευρώ στο πρώτο τρίμηνο, εκ των οποίων τα 345 εκατ. ευρώ αφορούσαν εταιρικές χορηγήσεις και τα 178 διεθνείς χροηγήσεις (κυρίως Ελλάδα - εντάσσονται εταιρικές χορηγήσεις, syndicated και shipping). Υψηλότερα τράβηξε το κομμάτι των καταναλωτικών δανείων, φτάνοντας στα 95 εκατ. ευρώ, επίπεδο που συνιστά υψηλό άνω της τελευταίας διετίας. Στις 31 Μαρτίου 2026, τα ενήμερα δάνεια έφτασαν τα 11,1 δισ. ευρώ, αυξανόμενα κατά 230 εκατ. ευρώ περίπου από τα τέλη 2025, με ώθηση κυρίως από την κυπριακή βάση. Όπως ανέφερε στους αναλυτές ο Διευθύνων Σύμβουλος της Τράπεζας Κύπρου, κ. Πανίκος Νικολάου, το pipeline δανείων παραμένει ισχυρό, χωρίς να υπάρχουν μέχρι στιγμής ενδείξεις επιβράδυνσης μεταξύ Απριλίου και αρχών Μαΐου, εκφράζοντας εμπιστοσύνη για επίτευξη στόχου αύξησης δανείων άνω του 5% το 2026.
Όσον αφορά τις προμήθειες, η Κύπρου συνεχίζει να καλύπτει μέσω αυτών το 76% περίπου των λειτουργικών εξόδων της, επομένως παραμένει ένας άκρως διαφοροποιημένος χρηματοοικονομικός όμιλος. Τα μη επιτοκιακά έσοδα υποχώρησαν στα 69 εκατ. ευρώ έναντι 90 εκατ. στο τέταρτο τρίμηνο του 2025. Τα επαναλαμβανόμενα μη επιτοκιακά έσοδα διαμορφώθηκαν στα 65 εκατ. ευρώ, ενώ σε άλλες κατηγορίες υπήρξε υποχώρηση λόγω εποχικότητας σε έσοδα από προμήθειες και χαμηλότερων πωλήσεων επενδυτικών ακινήτων και αποτιμήσεων χρηματοοικονομικών μέσων.
Η οργανική παραγωγή κεφαλαίου διαμορφώθηκε στις 114 μονάδες βάσης για το πρώτο τρίμηνο, με τον ετήσιο στόχο να βρίσκεται μεταξύ 350 - 400 μονάδων βάσης. Ο δείκτης ROTE διαμορφώθηκε στο 18% - με στόχο για φέτος σε «mid teens» - και ο δείκτης CET1 στο 20,7%, που υποχωρεί στο 20,4% μετά την εξαγορά χαρτοφυλακίου ενήμερων δανείων (περίπου 150 εκατ. ευρώ) και καταθέσεων (περίπου 500 εκατ. ευρώ) της CDB Bank κοντά στη λογιστική αξία (εκτιμώμενη επίπτωση περίπου 35 μονάδες βάσης κατά την ολοκλήρωση της συναλλαγής). Όπως ανέφερε η διοίκηση ότι η εξαγορά των παραπάνω δεν έχει ενσωματωθεί στις γραμμές καθοδήγησης που παρουσιάστηκαν τον Μάρτιο, εκτιμώντας ότι η συναλλαγή μπορεί να προσθέσει περί τα 10 εκατ. ευρώ ετησίως στα καθαρά έσοδα από τόκους, με την επίδραση να αποτυπώνεται κυρίως από το 2027 και μετά, εφόσον ολοκληρωθεί εντός του έτους.
Το payout της τράπεζας διατηρείται σε υψηλά βιώσιμα επίπεδα, ήτοι στο 70%, με συμπληρωματικές διανομές από πλεονάζον κεφάλαιο που οδηγούν το συνολικό payout στο 90% για φέτος και στο 100% την επόμενη διετία. Ήδη σχηματίστηκε πρόβλεψη διανομής με βάση το τακτικό μέρισμα και η πρόσθετη διανομή έως 20% θα εξεταστεί μαζί με τα αποτελέσματα χρήσης 2026. Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι, παρά την άνετη κεφαλαιακή θέση και την ισχυρή εικόνα ενεργητικού, η διοίκηση δεν έδωσε στίγμα για πιθανή περαιτέρω ενίσχυση των διανομών προς τους μετόχους.
Ενδεικτικό των παραπάνω, πως ο δείκτη NPE διαμορφώθηκε στο μόλις 1,1% με κάλυψη στο 148%. Το κόστος κινδύνου διαμορφώθηκε σε -17 μονάδες βάσης στο πρώτο τρίμηνο, αντανακλώντας την αποδέσμευση προβλέψεων από συγκεκριμένη έκθεση εταιρείας, σε συνδυασμό με τη συνεχιζόμενη ανθεκτικότητα του υφιστάμενου χαρτοφυλακίου δανείων. Στα αξιοσημείωτα πως η επίδοση αυτή προήλθε και υπό το βάρος της επιβάρυνσης των αποτελεσμάτων με 21 μονάδες βάσης (5,7 εκατ. ευρώ) λόγω αναδιαμόρφωσης των μακροοικονομικών παραδοχών.
Ο κ. Νικολάου διευκρίνισε ότι η επιβάρυνση από τις επικαιροποιημένες μακροοικονομικές παραδοχές δεν συνδέεται με πρόσθετα overlays, αλλά προήλθε απευθείας από επαναβαθμονόμηση των μοντέλων πιστωτικού κινδύνου, αντανακλώντας αφενός χαμηλότερες εκτιμήσεις για την ανάπτυξη του ΑΕΠ και αφετέρου μεγαλύτερη στάθμιση των δυσμενών σεναρίων.
Παρότι το κόστος κινδύνου θα μπορούσε να κινηθεί χαμηλότερα από το guidance των 40 - 50 μονάδων βάσης για το σύνολο της χρήσης, η διοίκηση διατήρησε αμετάβλητους τους στόχους της λόγω αυξημένης αβεβαιότητας στο διεθνές περιβάλλον.