Σε ένα πιο δυσμενές μακροοικονομικό σενάριο, με παρατεταμένη γεωπολιτική ένταση στη Μέση Ανατολή και συνεπακόλουθες πληθωριστικές πιέσεις, προχώρησαν οι αναλυτές της Alpha Finance – Axia προκειμένου να διαπιστώσουν τις αντοχές των ελληνικών τραπεζών. Η άσκηση λειτουργεί ως stress test επί των υφιστάμενων επιχειρησιακών σχεδίων, τα οποία είχαν καταρτιστεί υπό ηπιότερες παραδοχές για επιτόκια, ανάπτυξη και κόστος κινδύνου.
Το ακραίο σενάριο προβλέπει υψηλότερη και πιο επίμονη πορεία επιτοκίων (μέσο Euribor 3μήνου στο 2,25% το 2026, 3% το 2027 και 2,5% το 2028), αισθητή επιβράδυνση της πιστωτικής επέκτασης (3%-4% ετησίως, με μηδενική μεταβολή στη λιανική τραπεζική), καθώς και μεταβολή στη σύνθεση των καταθέσεων προς πιο ακριβές μορφές χρηματοδότησης. Παράλληλα, ενσωματώνονται χαμηλότερες επιδόσεις στα έσοδα από προμήθειες, αυξημένα λειτουργικά έξοδα και άνοδος του κόστους κινδύνου κατά 30-40 μονάδες βάσης, ως αποτέλεσμα επιδείνωσης της ποιότητας ενεργητικού.
Από την άλλη, η άνοδος των επιτοκίων λειτουργεί υποστηρικτικά για τα καθαρά έσοδα από τόκους, λόγω της περιορισμένης μετακύλισης του κόστους στις καταθέσεις. Ωστόσο, η θετική αυτή επίδραση δεν επαρκεί για να αντισταθμίσει τις πιέσεις στις λοιπές γραμμές εσόδων και κόστους.
Η συνολική κερδοφορία εκτιμάται ότι υποχωρεί κατά περίπου 12% σε σύγκριση με το βασικό σενάριο, ενώ οι δείκτες ROTE μειώνονται κατά περίπου 165 μονάδες βάσης. Παρά την υποχώρηση, το ROTE διατηρείται κοντά σε μεσαία διψήφια ποσοστά, ένδειξη διατηρήσιμης λειτουργικής κερδοφορίας ακόμη και υπό δυσμενέστερες συνθήκες.
Η αύξηση του κόστους κινδύνου αποτυπώνει μια ελεγχόμενη επιδείνωση της ποιότητας του χαρτοφυλακίου δανείων, χωρίς ωστόσο να τίθεται θέμα συστημικής αποσταθεροποίησης. Οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας παραμένουν, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, σε επίπεδα σημαντικά υψηλότερα των εποπτικών απαιτήσεων, διασφαλίζοντας περιθώρια για συνέχιση της μερισματικής πολιτικής.
Η ανθεκτικότητα των κεφαλαίων συνδέεται τόσο με τη βελτιωμένη ποιότητα ισολογισμών των τελευταίων ετών όσο και με τη δομή των εσόδων, όπου η συμβολή των καθαρών εσόδων από τόκους παραμένει καθοριστική. Σύμφωνα με τους αναλυτές, οι παραπάνω παράγοντες οδηγούν σε μείωση των fair values κατά περίπου 11% κατά μέσο όρο, αντανακλώντας τόσο τη χαμηλότερη κερδοφορία όσο και το αυξημένο ρίσκο.
Η επίδραση του σεναρίου εμφανίζεται σε γενικές γραμμές ομοιόμορφη για τις ελληνικές τράπεζες, με διαφοροποιήσεις κυρίως ως προς την ευαισθησία των ισολογισμών στα επιτόκια και τις παραδοχές πιστωτικής ανάπτυξης. Η Τράπεζα Κύπρου αναδεικνύεται ως σχετικά λιγότερο επηρεαζόμενη, λόγω χαμηλότερων προσδοκιών για χορηγήσεις και μεγαλύτερης ωφέλειας από το περιβάλλον υψηλών επιτοκίων.
Η άσκηση επιβεβαιώνει ότι το εγχώριο τραπεζικό σύστημα έχει ενισχύσει ουσιωδώς την ανθεκτικότητά του έναντι εξωγενών σοκ. Ωστόσο, σε ένα περιβάλλον παρατεταμένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας, η ανθεκτικότητα αυτή συνοδεύεται από μια χαμηλότερη κερδοφορία, πιο συγκρατημένη πιστωτική ανάπτυξη και υποχώρηση αποτιμήσεων.