Σε ένα ισχυρό 2026 προσβλέπει ο κλάδος της ελληνικής ποτοποιίας και αποσταγματοποιίας, διεκδικώντας ακόμη μεγαλύτερα μερίδια τόσο στην εγχώρια αγορά, όσο και στο εξωτερικό.
Προσφιλή στο ελληνικό αλλά και στο διεθνές κοινό, αλκοολούχα ποτά όπως το ούζο, το τσίπουρο, η τσικουδιά, τα λικέρ (μαστίχα Χίου, τεντούρα, κίτρο Νάξου, κουμ κουάτ) και άλλα αποστάγματα όπως το brandy και το ρακόμελο, εμφανίζουν ισχυρές προοπτικές για την τρέχουσα χρονιά, τόσο από πλευράς παραγωγής και κατανάλωσης όσο και σε επίπεδο εξαγωγών.
Το εκρηκτικό «κοκτέιλ» προκλήσεων
Ωστόσο, όπως προειδοποιεί ο Σύνδεσμος Ελλήνων Παραγωγών Αποσταγμάτων και Αλκοολούχων Ποτών (ΣΕΑΟΠ), η θετική πορεία των ελληνικών αλκοολούχων ποτών δεν είναι εντελώς «ανέφελη», δεδομένων των υψηλών πιέσεων που δέχεται η εγχώρια αγορά. Ο κλάδος επισημαίνει την ανάγκη άμεσου εκσυγχρονισμού του νομοθετικού πλαισίου της ελληνικής ποτοποιίας και αποσταγματοποιίας, με μείωση της γραφειοκρατίας και των διοικητικών επιβαρύνσεων, την προσαρμογή του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στον ευρωπαϊκό μέσο όρο και την υλοποίηση προγράμματος προβολής ελληνικών αποσταγμάτων.
Σήμερα, τα ελληνικά αποστάγματα βρίσκονται αντιμέτωπα με πληθώρα προκλήσεων. Οι γεωπολιτικές εντάσεις, τόσο στην Ευρώπη, όσο και στη Μέση Ανατολή, ενισχύουν κατακόρυφα την αβεβαιότητα για τον κλάδο, όπως και για το σύνολο του επιχειρείν, ενώ την ίδια ώρα ολοένα και αυξάνονται τα έντονα κλιματικά φαινόμενα με καταστροφικές συνέπειες.
Ο κλάδος καλείται να λειτουργήσει σε ένα δύσκολο περιβάλλον το οποίο χαρακτηρίζεται από έλλειψη σταθερότητας, με ισχυρές πληθωριστικές πιέσεις και δυσβάσταχτα λειτουργικά κόστη για τις επιχειρήσεις. Το αυξημένο ενεργειακό κόστος, οι αυξήσεις στα ενοίκια και οι αυξημένες τιμές των πρώτων υλών αποτελούν έναν ισχυρό «πονοκέφαλο» για τις επιχειρήσεις του χώρου.
Ο υψηλός Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (ΕΦΚ) επιβαρύνει δυσανάλογα τη λιανική τιμή της φιάλης για τα αλκοολούχα ποτά, ενώ η πληθώρα των νέων ρυθμίσεων, συχνά μη λειτουργικών και με τεράστιο κόστος, ιδίως για τις μικρές επιχειρήσεις, δύνανται να επηρεάσουν σε μεγάλο βαθμό την ανταγωνιστικότητά τους.
Την ίδια στιγμή, ολοένα και αυξάνονται τα προειδοποιητικά μηνύματα για τους κινδύνους από την κατάχρηση αλκοόλ, καθώς ενισχύεται η ευαισθητοποίηση για την υγεία και η αναδιαμόρφωση της συμπεριφοράς κατανάλωσης αλκοόλ σε όλες τις κατηγορίες. Τελευταίες έρευνες επιβεβαιώνουν πως Gen Z, ήτοι η δημογραφική ομάδα που γεννήθηκε περίπου από το 1997 έως το 2012, σκοπεύει να μειώσει την πρόσληψη αλκοόλ. Η πρώτη γενιά που μεγαλώνει πλήρως μέσα στην ψηφιακή εποχή και υιοθετεί μια ρεαλιστική προσέγγιση σε πολλές εκφάνσεις της σύγχρονης ζωής, δεν δείχνει να συγκινείται ιδιαίτερα από το αλκοόλ.

Η ισχυρή ανάκαμψη του 2024
Μπορεί το 2025 να ολοκληρώθηκε πρόσφατα και ο κλάδος να συλλέγει τα απαραίτητα δεδομένα, ωστόσο σύμφωνα με τα στοιχεία που έχει επεξεργαστεί ο ΣΕΑΟΠ, το 2024 ήταν ένα έτος ισχυρής ανάκαμψης για την ελληνική αποσταγματοποιία, καθώς καταγράφηκε άνοδος τόσο στην παραγωγή και την κατανάλωση, όσο και στο μέτωπο των εξαγωγών.
Η εγχώρια αγορά αλκοολούχων ποτών παραμένει ανταγωνιστική και συνεχίζει να εξελίσσεται, τόσο ποιοτικά όσο και παραγωγικά, σε σύγκριση με την εικόνα προηγούμενων ετών.
Το comeback της παραγωγής
Το 2024 ο κλάδος των ελληνικών αλκοολούχων ποτών επανήλθε σε ανοδική πορεία, μετά την πτώση του 2023. Η συνολική παραγωγή έφτασε τα 21,4 εκατομμύρια λίτρα καθαρής αλκοόλης, καταγράφοντας αύξηση κατά 3,2% (ή κατά 0,7 εκ. λίτρα αλκοόλης) σε σχέση με το 2023.

Στο διάστημα δε της δεκαετίας 2015–2024 η παραγωγή σημειώνει συνολική αύξηση 20,1%, επιβεβαιώνοντας τη σταθερή ενίσχυση του κλάδου.
Οριακή αύξηση στην κατανάλωση
Σύμφωνα πάντα με τα στοιχεία του ΣΕΑΟΠ, η εγχώρια αγορά των ελληνικών αλκοολούχων ποτών χαρακτηρίζεται από ετήσιες διακυμάνσεις στη διάθεση των προϊόντων. Το 2020 σημειώθηκε η μεγαλύτερη μείωση, λόγω των επιπτώσεων της πανδημίας COVID-19. Ακολούθησε εντυπωσιακή ανάκαμψη το 2021 (+24,5%) και το 2022 (+24,2%), ενώ το 2023 διατηρήθηκε η ανοδική τάση με περαιτέρω αύξηση κατά +4,85%.
Το 2024 η κατανάλωση παρουσίασε μικρή αύξηση κατά 2% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, διαμορφώνοντας συνολική ποσότητα 7,3 εκατ. λίτρων καθαρής αλκοόλης, έναντι 7,1 εκατ. λίτρων το 2023.
Στο διάστημα δε της δεκαετίας 2015-2024 η κατανάλωση των εγχωρίως παραγομένων ποτών, στο εσωτερικό της χώρας, εμφανίζει αύξηση 25,8%.

Ωστόσο, παρά την αύξηση της εγχώριας κατανάλωσης το 2024, το αυξημένο κόστος των αλκοολούχων ποτών, καθιστά τα προϊόντα λιγότερο προσιτά για τον μέσο καταναλωτή. Παράλληλα, παρατηρείται στροφή προς τα μη αλκοολούχα ποτά και άλλες επιλογές, γεγονός που επηρεάζει αρνητικά τη ζήτηση για τα εγχωρίως παραγόμενα αλκοολούχα ποτά.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι ελληνικές επιχειρήσεις προσαρμόζονται με συνεχή εισροή νέων προϊόντων και εμπορικών σημάτων που προσεγγίζουν νέες κατηγορίες καταναλωτών, με στρατηγικές marketing και προωθητικές δράσεις για την ενίσχυση της παρουσίας τους τόσο εγχώρια όσο και σε ξένες αγορές.
Δεύτερη χρονιά που οι εξαγωγές «έσπασαν το φράγμα» των 100 εκατ. ευρώ
Παρά τις προκλήσεις, ο κλάδος της ελληνικής ποτοποιίας και αποσταγματοποιίας επιβεβαίωσε και το 2024 την υψηλή εξωστρέφειά του, με αύξηση των εξαγωγών.
Η συνολική ποσότητα των εξαγωγών αυξήθηκε κατά 3%, (δηλαδή 1,4 εκ. φιάλες), φτάνοντας τα 13,9 εκατ. λίτρα αλκοόλης από 13,5 εκατ. λίτρα το 2023. Μάλιστα, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat που επεξεργάστηκε ο ΣΕΑΟΠ, η αξία των εξαγωγών το 2024 ξεπέρασε για δεύτερη συνεχή χρονιά το φράγμα των 100 εκατ. ευρώ, αφού ανήλθε στα 114,5 εκατ. ευρώ από 106,2 εκατ. ευρώ το 2023.
Στη δεκαετία 2015 - 2024, οι εξαγωγές εμφανίζουν συνολική αύξηση κατά 16,6%, επιβεβαιώνοντας ότι η αύξηση αυτή δεν είναι ούτε αποσπασματική ούτε συγκυριακή, αλλά αντίθετα είναι αποτέλεσμα της διαρκούς προσπάθειας των Ελλήνων παραγωγών και της ποιότητας των ελληνικών αλκοολούχων ποτών.

Η «γεωγραφία» του κλάδου
Με περίπου 300 μονάδες παραγωγής, η ελληνική ποτοποιία-αποσταγματοποιία παραμένει ένας ισχυρός παραγωγικός κλάδος, με καθιερωμένα εμπορικά σήματα και υψηλή αναγνωρισιμότητα, στηριζόμενος σε μεγάλο βαθμό στα αλκοολούχα ποτά με Γεωγραφική Ένδειξη, τα οποία αντιστοιχούν σε πάνω από το 70% της παραγωγής και σχεδόν στο 80% των εξαγωγών.
Οι περισσότερες παραγωγικές μονάδες είναι μικρού και μεσαίου μεγέθους, οικογενειακού χαρακτήρα και διεσπαρμένες σε όλη την Ελλάδα, δημιουργώντας θέσεις εργασίας και στην ελληνική επαρχία, η οποία τις έχει τόσο μεγάλη ανάγκη.
