Συνθήκες αβεβαιότητας βλέπει προς ώρας η Goldman Sachs για τις ελληνικές τράπεζες, καθώς κρίσιμες παράμετροι εφαρμογής της απόφασης του Αρείου Πάγου δεν έχουν ακόμη αποσαφηνιστεί.
Η εκκρεμότητα δημοσίευσης του πλήρους σκεπτικού αφήνει ανοικτά ζητήματα, όπως το εάν η νέα ερμηνεία για τον υπολογισμό των τόκων θα εφαρμοστεί μόνο προοπτικά ή και αναδρομικά, στοιχείο που θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό το εύρος των οικονομικών επιπτώσεων.
Σε περίπτωση αναδρομικής εφαρμογής, η επίδραση ενδέχεται να είναι εν μέρει μετριασμένη, δεδομένου ότι σημαντικό μέρος των ρυθμισμένων δανείων του Νόμου Κατσέλη δεν επιβαρυνόταν με τόκους κατά τα πρώτα έτη μετά τη ρύθμιση. Παράλληλα, δεν αποκλείεται να ανακύψουν πρόσθετες νομικές και λειτουργικές δυσχέρειες ως προς την αντιμετώπιση ειδικών περιπτώσεων, όπως αποβιώσαντες δικαιούχοι, συνοφειλέτες και εγγυητές, οι οποίοι ενδέχεται να μην υπαχθούν αυτομάτως στο ίδιο καθεστώς με τους αρχικούς δανειολήπτες που συνεχίζουν να εξυπηρετούν τις ρυθμίσεις τους, αναφέρει η GS.
Ωστόσο, σε όρους συστημικού αντίκτυπου, οι αναλυτές εκτιμούν ότι οι επιπτώσεις για τους τραπεζικούς ισολογισμούς θα είναι διαχειρίσιμες. Και αυτό διότι η πλειονότητα των δανείων που είχαν υπαχθεί στον Νόμο Κατσέλη έχει ήδη τιτλοποιηθεί και μεταβιβαστεί εκτός τραπεζικών βιβλίων τα προηγούμενα χρόνια, περιορίζοντας την άμεση έκθεση των πιστωτικών ιδρυμάτων. Παρά ταύτα, το ζήτημα αναμένεται να αποτελέσει βασικό σημείο εστίασης για αναλυτές και επενδυτές στο προσεχές reporting κύκλου αποτελεσμάτων δ’ τριμήνου 2025, καθώς η τελική αποτίμηση του αντίκτυπου θα εξαρτηθεί από τις διευκρινίσεις που θα συνοδεύσουν τη δημοσίευση της πλήρους απόφασης.
Ο Νόμος 3869/2010, γνωστός ως «Νόμος Κατσέλη», θεσπίστηκε το 2010 στην Ελλάδα με στόχο την προστασία δανειοληπτών που αντιμετώπιζαν αποδεδειγμένη οικονομική αδυναμία, ιδίως στο πλαίσιο της κρίσης χρέους. Μέσω του νόμου, οι οφειλέτες μπορούσαν να αιτηθούν δικαστικής προστασίας ενώπιον του Ειρηνοδικείου, πετυχαίνοντας την αναστολή πλειστηριασμών και αναγκαστικών μέτρων εκτέλεσης επί της κύριας κατοικίας τους έως την έκδοση οριστικής απόφασης. Παράλληλα, δινόταν η δυνατότητα αναπροσαρμογής της οφειλής στεγαστικού δανείου, ακόμη και έως το 85% της φορολογητέας αξίας της κύριας κατοικίας (όριο που στη συνέχεια καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από επιμέρους προϋποθέσεις), με μείωση των καταβολών προς τους πιστωτές κατά την περίοδο εκκρεμοδικίας.
Το υπόλοιπο της οφειλής ρυθμιζόταν μέσω μακροχρόνιου προγράμματος αποπληρωμής, αρχικά έως 20 έτη και στη συνέχεια έως 35 έτη, με τη μηνιαία δόση να καθορίζεται βάσει της πραγματικής ικανότητας αποπληρωμής του δανειολήπτη, αφού λαμβάνονταν υπόψη οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης. Οι ειδικές διατάξεις προστασίας της κύριας κατοικίας που προέβλεπε ο νόμος έληξαν το 2019 και αντικαταστάθηκαν από το νέο πλαίσιο αφερεγγυότητας, μεταβάλλοντας τη θεσμική προσέγγιση στη ρύθμιση οφειλών φυσικών προσώπων.
Σε αυτό το πλαίσιο, ιδιαίτερη σημασία έχει η πρόσφατη απόφαση του Αρείου Πάγου της 5ης Φεβρουαρίου 2026, η οποία αφορά τον τρόπο υπολογισμού των τόκων για δάνεια που έχουν ρυθμιστεί βάσει του Νόμου Κατσέλη. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι, σε αντίθεση με τα συμβατικά δάνεια όπου οι τόκοι υπολογίζονται επί του ανεξόφλητου κεφαλαίου, οι τόκοι στις ρυθμίσεις του Νόμου Κατσέλη θα πρέπει να υπολογίζονται επί των μηνιαίων καταβαλλόμενων δόσεων. Η ερμηνεία αυτή συνεπάγεται χαμηλότερα αναμενόμενα συμβατικά έσοδα από τόκους για τα συγκεκριμένα χαρτοφυλάκια.