Μνημόνιο Συνεργασίας υπέγραψαν σήμερα στην Αθήνα η Ρυθμιστική Αρχή Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων (ΡAAEY) και η Ρουμανική Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας (ANRE). Εκ μέρους της ΡΑΑΕΥ το Μνημόνιο υπέγραψε ο Πρόεδρος της, Καθ. Κωνσταντίνος Τσιμάρας και εκ μέρους της ANRE ο Πρόεδρος της, Γκεόρκε Νικολέσκου.
Η ΡΑΑΕΥ και η ANRE προχώρησαν στην υπογραφή Μνημονίου Συνεργασίας τους λαμβάνοντας υπόψη τη σημασία υποστήριξης της χρηματοοικονομικής σταθερότητας και της μακροπρόθεσμης οικονομικής βιωσιμότητας του Κάθετου Διαδρόμου Αερίου και αναγνωρίζοντας τη στρατηγική του σημασία για την περιφερειακή ενεργειακή ασφάλεια. Ταυτόχρονα, έλαβαν υπόψη τους την ανάγκη ενίσχυσης του περιφερειακού συντονισμού για να διασφαλιστεί ότι εφαρμόζονται όλες οι περιφερειακές μεθοδολογίες από τους Διαχειριστές Συστήματος Μεταφοράς (TSOs) και όλες οι περιφερειακής σημασίας υποχρεώσεις στη λειτουργία της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, όπως προβλέπονται στον Κανονισμό Ηλεκτρικής Ενέργειας.
Το Μνημόνιο ορίζει ότι οι δύο Ρυθμιστικές Αρχές θα έχουν θεσμική συνεργασία υλοποιώντας συγκεκριμένες δράσεις και έργα, εκπαιδευτικές ανταλλαγές, συνέδρια, σεμινάρια και εργαστήρια.
Ο Πρόεδρος της ΡΑΑΕΥ, Καθ. Κωνσταντίνος Τσιμάρας δήλωσε μετά την υπογραφή του Μνημονίου Συνεργασίας: «Εδώ και χρόνια, πρωταρχική μέριμνα της ΡΑΑΕΥ αποτελεί η συνεργασία της με τις γειτονικές Ρυθμιστικές Αρχές με στόχο την αρμονική ανάπτυξη των ενεργειακών αγορών, τη στήριξη των επενδύσεων και τη βελτίωση των υπηρεσιών για τους καταναλωτές. Στο πλαίσιο αυτό χαιρετίζω την υπογραφή Μνημονίου Συνεργασίας με την ANRE καθώς διευρύνει τη συνεργασία στον ενεργειακό τομέα της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και ενισχύει την αποτελεσματικότητα των Αρχών μας.»
Από την πλευρά του ο Πρόεδρος της Ρουμανικής Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας (ANRE), Γκεόρκε Νικολέσκου, δήλωσε: «Η υπογραφή του Μνημονίου Συνεργασίας με τη ΡΑΑΕΥ είναι κάτι περισσότερο από μια τυπική πράξη: αποτελεί μια ουσιαστική δέσμευση για μια πιο διασυνδεδεμένη, συνεκτική και αποτελεσματική ρύθμιση στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Σε μια περιοχή όπου η ενέργεια δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται εντός εθνικών συνόρων, η συνεργασία μεταξύ των ρυθμιστικών αρχών σημαίνει καλύτερες διαδικασίες, ανταλλαγή τεχνογνωσίας, στενότερο συντονισμό στο πλαίσιο της ΕΕ και, τελικά, μια πιο ρευστή αγορά και πιο ανταγωνιστικές τιμές για τους τελικούς καταναλωτές.»