Αφετηρία επαναπροσδιορισμού των στρατηγικών της προτεραιοτήτων αναμένεται να αποτελέσει το φετινό έτος για την Εθνική Τράπεζα, επιδιώκοντας να άρει τις όποιες «σκιές» ανέκυψαν κατά την περασμένη χρονιά, στη βάση της σταδιακής μείωσης των επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
Στη χρονική φάση ανόδου των επιτοκίων, η Εθνική δεν προχώρησε σε κάποια κίνηση αναδιαμόρφωσης του στενού, σε πρότυπα ανάπτυξης, μοντέλου. Αντιθέτως περιορίστηκε και «έχτισε» ένα «story» στηριζόμενη στον άριστο ισολογισμό της, στην φθηνή καταθετική της βάση, στο υψηλό καθαρό επιτοκιακό περιθώριο και στην υψηλή πλεονάζουσα ρευστότητα (στο τρίτο τρίμηνο του 2025 διαμορφώνονταν σε 6,3 δισ. ευρώ συμπεριλαμβανομένης της καθαρής διατραπεζικής θέσης) που συνεχίζει, έστω και ηπιότερα, να της αποφέρει τόκους.
Παράλληλα, συνεχίζει να ενισχύει σημαντικά το επενδυτικό της χαρτοφυλάκιο, επαναγοράζοντας σειρά λειτουργικών ακινήτων από Prodea μειώνοντας τα κόστη της ενώ διαθέτει μεγάλο κεφαλαιακό «λίπος» (capital buffer), που της χαρίζει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για τη χάραξη μιας πιο γαλαντόμας πολιτικής ανταμοιβής μετόχων, έναντι των υπολοίπων. Στο ίδιο διάστημα, ωστόσο, ο υπόλοιπος κλάδος κινήθηκε πιο αποφασιστικά, υλοποιώντας κινήσεις που προσδίδουν αξία και διαφοροποίηση. Επιπλέον ανέκτησε μερίδια αγοράς σε ποικίλους κλάδους, τα οποία είχε απωλέσει στο παρελθόν.
«Τη γάτα με το ποντίκι» με την αγορά…
Το ευρύτερο κλίμα ευφορίας που επικρατεί στον ευρωπαϊκό, και δη εγχώριο, τραπεζικό κλάδο, αποκρύπτει επιμελώς την ανασφάλεια της αγοράς γύρω από την ΕΤΕ. Στη βάση ωστόσο της εκ νέου μετακίνησης των «γκολποστ» προς το μέτωπο των συγχωνεύσεων και εξαγορών, εν μέσω φθίνουσας δυναμικής των buybacks, εύλογα οι πιέσεις επανέρχονται, για το πώς σκοπεύει η διοίκηση να χειριστεί το πλεονάζον κεφάλαιο. Και ειδικά, από τη στιγμή που υπόλοιπες τράπεζες διανθίζουν διαρκώς το μοντέλο ανάπτυξης τους. Η παθητική και συντηρητική στάση δεν αποτελεί σύμμαχο στην τρέχουσα φάση ισχυροποίησης και ενοποίησης του ευρωπαϊκού τραπεζικού κλάδου.
Η διοίκηση της τράπεζας έχει επισέλθει σε ένα ιδιότυπο «chicken game» με την αγορά γύρω από τις δυνητικές προοπτικές σε M&As και αύξησης του payout. Η διπλωματία («αναζητούμε κινήσεις που να δημιουργούν αξία και όχι συναλλαγές για χάρη των συναλλαγών...») πήρε τη θέση των έμπρακτων απαντήσεων επί του πεδίου, τη στιγμή που οι υψηλές αποτιμήσεις αποτέλεσαν ένα πρώτο «ανάχωμα» πιέσεων και ίσως ένα βολικό επιχείρημα.
Ψάχνεται για διαφοροποίηση - Στο επίκεντρο private banking
Ένα πρώτο ζήτημα στο οποίο καλείται να δώσει μεγαλύτερη έμφαση από φέτος η Εθνική είναι η αναδιαμόρφωση του «μείγματος» εσόδων και ο περιορισμός της υψηλής εξάρτησης από τα επιτόκια, μέσω της ενδυνάμωσης των πυλώνων του wealth - asset management και του bancassurance. Κατά το 2023, η Εθνική είχε την υψηλότερη ποσόστωση καθαρών εσόδων από τόκους σε συνολικά οργανικά έσοδα, ήτοι στο 83%, περιορίζοντας το μερικώς τα επόμενα χρόνια. Για το 2026, αναλυτές αναμένουν μια ήπια αποκλιμάκωση στο 76,5% περίπου, με την Εθνική να διατηρεί και πάλι τα πρωτεία έναντι των υπολοίπων (μέσος όρος στο 72,5%).
Την ίδια στιγμή, υστερεί έναντι ομότιμων σε επίπεδο προμηθειών. Αν και τον τελευταίο ένα χρόνο διαφαίνεται μια χαραμάδα αισιοδοξίας, καθώς η τράπεζα εκμεταλλεύτηκε το συντηρητικό προφίλ του πελατολογίου της και το «ρεύμα» σε target maturity, προωθώντας μαζικά ομολογιακά προϊόντα, η υποαπόδοση παραμένει. Κατά το εννεάμηνο του 2024, η Εθνική αύξησε τα έσοδα από προμήθειες από επενδυτικά προϊόντα και bancassurance στα 50 εκατ. ευρώ (+16 εκατ. ευρώ από επενδυτικά προϊόντα +1 εκατ. από bancassurance), έναντι 33 εκατ. ευρώ το 2024, με την ποσόστωση στο σύνολο των εσόδων από προμήθειες να διαμορφώνεται στο 14,88% στο 10,5%.
Οι προμήθειες προς μέσο ενεργητικό αυξήθηκαν ελαφρώς στις 60 μονάδες βάσης στο εννεάμηνο, έναντι 57 μονάδων βάσης στο αντίστοιχο διάστημα του 2024, αλλά το χάσμα απόδοσης έναντι του ανταγωνισμού διευρύνεται. Ενδεικτικό είναι πως η Πειραιώς που διαπνέεται από μια διαφορετική επενδυτική φιλοσοφία (βασικός μοχλός ανάπτυξης το asset management), βρίσκεται στο υψηλό άκρο του εύρους, ήτοι στις 80 μονάδες βάσης περίπου και στοχεύει υψηλότερα.
Υπό αυτό το πρίσμα, η διοίκηση της Εθνικής εξετάζει κινήσεις που να καλύπτουν αυτό το κενό. Στρατηγικά - οργανικά δεν έχει δοθεί ιδιαίτερη βάρος στο πεδίο του wealth – asset management και υπό αυτό το πρίσμα, η τράπεζα βολιδοσκοπεί πρωτίστως την αγορά του private banking σε Δυτική Ευρώπη. Με αυτό τον τρόπο θα αποκτήσει πρόσβαση σε ένα ισχυρό ξένο πελατολόγιο, θα αναβαθμίσει την προϊόντική της γκάμα υπό μια νέα διευθυντική ομάδα στην «πυραμίδα» της που θα ενδυναμώσει το εγχώριο κανάλι.
Συμπληρωματικά σε αυτό θα λειτουργήσει η σύμπραξη που θα αναπτύξει στο πεδίο των τραπεζοασφαλιστικών εργασιών, μετά την ακύρωση - λήξη της αποκλειστικής σύμβασης bancassurance με την Εθνική Ασφαλιστική, και της ολοκλήρωσης της συμφωνίας μετόχων με CVC (η ΕΤΕ πούλησε έναντι 62,4 εκατ. το 9,9% της Εθνικής Ασφαλιστικής).
Το δέλεαρ πρόσδεσης νέων, καινοτόμων ασφαλιστικών - επενδυτικών προϊόντων στο δίκτυο της τράπεζας είναι μεγάλο για τις εταιρείες του κλάδου που αναζητούν partner. Ergo (κλάδος Ζημιών) και NN (κλάδος Ζωής) συγκεντρώνουν προς ώρας τα μεγαλύτερα στοιχήματα, με την Allianz να έχει θέσει όρο συνεργασίας για την απόκτηση και του bancassurance στον κλάδο Ζωής. Η NN ωστόσο διαθέτει μεγάλη εμπειρία στο bancassurance, με ισχυρή γραμμή παραγωγής Unit Linked προϊόντων. Η επιλογή partner από την ΕΤΕ θα δώσει στίγμα για τη στρατηγική που θα ακολουθήσει σε άλλα, συμπλωματικά πεδία, ανοίγοντας διαύλους για cross - selling. Με την υπογραφή των νέων συμβάσεων θα ανακοινωθεί και το up front fee που θα λάβει για τις πολυετείς συμβάσεις, με την τράπεζα να αποκτά και ένα χαμηλό ποσοστό στην τοπική θυγατρική ασφαλιστικού ομίλου, με τον οποίο θα συνάψει αποκλειστική σύμβαση στον κλάδο Ζωής.
Η Κύπρου της «κλέβει πόντους» ως dividend play
Θεμέλιο στο «story» της ΕΤΕ αποτελεί το πλαίσιο ανταμοιβής των μετοχών. Από την αγορά έχουν καλλιεργηθεί προσδοκίες για υψηλότερο του 60% payout, που ναι μεν δε έχουν διαψευστεί αλλά δεν έχουν επιβεβαιωθεί κιόλας, με την διοίκηση να παραπέμπει το θέμα στο επικείμενο τρίμηνο, όπου θα υπάρξει και ενημέρωση του τριετούς business plan.
Η Εθνική διαθέτει έναν από τους υψηλότερους πανευρωπαϊκά δείκτες CET1 - στο 19% στο εννεάμηνο, που αντιπροσωπεύει πλεόνασμα 500 μονάδων βάσης έναντι του εσωτερικού στόχου της τράπεζας, στο 14%. Παράγει εσωτερικό κεφάλαιο (περί τις 70 μονάδες βάσης στο εννεάμηνο, μετά τον υπολογισμό payout 60%) και δεν έχει εκδώσει AT1.
Η Jefferies εκτιμά ότι μια αύξηση του payout στο 70% θα είχε ως αποτέλεσμα χαμηλότερο δείκτη CET1 κατά 100 μονάδες βάσης στα τέλη του 2027 ή περίπου 30 μονάδες ετησίως. Ακόμη και έτσι, η τράπεζα θα διατηρούσε πλεονάζοντα κεφάλαια 300 μονάδων βάσης, που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για ανόργανες κινήσεις (συγχωνεύσεις και εξαγορές) και πρωτοβουλίες οργανικής ανάπτυξης. Εφόσον επιβεβαιωθεί το σενάριο υλοποίησης εξαγοράς private bank στο εξωτερικό, θα απαιτηθεί ανάλωση κεφαλαίου, που τερματίζει τα σενάρια για έξτρα διανομές.
Άλλωστε και ο επόπτης δεν αναμένεται να «ανάψει το πράσινο φως» σε extraordinary dividends, δηλαδή σε διανομές πέραν των όσων μπορούν να υποστηρίξουν οργανικά οι ελληνικές τράπεζες. Κοινώς, δύσκολα θα επιτραπούν επιστροφές από πλεονάζοντα κεφάλαια στην παρούσα φάση, ακόμη και αν η Εθνική «σφύζει» από αυτά. Παρότι οι τράπεζες προχωρούν σε ταχύτερη απόσβεση DTC, αυτό δεν αυξάνει σημαντικά την ευελιξία τους, δεδομένου ότι ο επόπτης δίνει προτεραιότητα στην αντιμετώπιση ζητημάτων όπως τα δάνεια με μειωμένες καταβολές. Έμμεσα καθοδηγεί προς ενέργειες ενίσχυσης του λειτουργικού μοντέλου και της κερδοφορίας των τραπεζών.
Αντιπαραβάλλοντας παρόμοιo «story» με αυτό της ΕΤΕ, η Κύπρου υπερτερεί στα σημεία. Διαθέτει μεν, όπως και η Εθνική έναν άκρως υγιή ισολογισμό, αλλά υπερτερεί σε δείκτες κεφαλαίου και ROTE με 20,5% και 18,5% αντίστοιχα (στο 19% και 15,6% η ΕΤΕ). Παράλληλα, δεν απαιτεί έγκριση διανομής μερίσματος από τον επόπτη - ρυθμιστική αρχή, κάτι που της δίνει την ευχέρεια να προχωρήσει ακόμη και σε κάποια έκτακτη μικρή επιστροφή κεφαλαίου φέτος, θέτοντας ως «πάτωμα» το 80% σε payout για το 2026 (από κέρδη χρήσης 2026), με βλέψεις ακόμη και για τριψήφια επίπεδα τα αμέσως προσεχή έτη.