Αίτηση προστασίας από πτώχευση υπέβαλε σήμερα ο αμερικανικός όμιλος Saks Global, ιδιοκτήτης των μεγάλων καταστημάτων ειδών πολυτελείας Saks Fifth Avenue, Neiman Marcus και Bergdorf Goodman. Είναι η πρώτη κατάρρευση μεγάλης εταιρείας του λιανεμπορίου μετά την πανδημία και συμβαίνει μόλις έναν χρόνο μετά την συγχώνευση των τριών κάτω από την ίδια στέγη.
Η εταιρεία με την ιστορία που ξεπερνά τα 150 χρόνια, υπέβαλε αίτηση προστασίας από πτώχευση αργά την Τρίτη, αφού δεν κατάφερε να καταβάλει τόκους 100 εκατομμυρίων δολαρίων στους ομολογιούχους τον περασμένο Δεκέμβριο. Επίσης, ανακοίνωσε ότι τα καταστήματά του θα παρέμεναν ανοιχτά προς το παρόν, αφού ολοκλήρωσε ένα πακέτο χρηματοδότησης 1,75 δισεκατομμυρίων δολαρίων και διόρισε νέο διευθύνοντα σύμβουλο.
Ο πρώην διευθύνων σύμβουλος της αλυσίδας πολυκαταστημάτων Neiman Marcus, Τζέφρι βαν Ρέμντονκ, θα αντικαταστήσει τον Ρίτσαρντ Μπέικερ, ο οποίος ήταν ο αρχιτέκτονας της στρατηγικής εξαγοράς που επιβάρυνε την Saks Global με χρέη.
Η Saks Global σύμφωνα με έγγραφα που κατέθεσε στο Πτωχευτικό Δικαστήριο των ΗΠΑ στο Χιούστον του Τέξας, ότι τα περιουσιακά στοιχεία και οι υποχρεώσεις της κυμαίνονται από 1 δισεκατομμύριο έως 10 δισεκατομμύρια δολάρια.
Η δικαστική διαδικασία έχει ως στόχο να δώσει στον λιανοπωλητή ειδών πολυτελείας περιθώριο να διαπραγματευτεί μια αναδιάρθρωση χρέους με τους πιστωτές ή να βρει νέο ιδιοκτήτη. Σε αντίθετη περίπτωση, η εταιρεία μπορεί να αναγκαστεί να κλείσει.
Η εμβληματική αλυσίδα πολυτελών καταστημάτων που αγαπήθηκε από τους πλούσιους και διάσημους, από τον Γκάρι Κούπερ μέχρι την Γκρέις Κέλι, πέρασε δύσκολες στιγμές μετά την πανδημία COVID, καθώς ο ανταγωνισμός από τα ηλεκτρονικά καταστήματα αυξήθηκε και τα brands άρχισαν να πωλούν περισσότερα είδη μέσω των δικών τους καταστημάτων.
Το αρχικό κατάστημα Saks στην Fifth Avenue, γνωστό για την πώληση brands όπως Chanel, Cucinelli και Burberry και τα χριστουγεννιάτικα φωτιστικά της, άνοιξε ο πρωτοπόρος του λιανικού εμπορίου Άντριου Σακς το 1867.