Νέα… ήθη κι έθιμα στις αγοραστικές του συνήθειες έχει υιοθετήσει ο Έλληνας καταναλωτής του σήμερα, καθώς ο σύγχρονος τρόπος ζωής και δη οι ιλιγγιώδεις ρυθμοί με τους οποίους «τρέχει», απαιτούν διορατικότητα, προσαρμοστικότητα, ταχύτητα, ευκολία.
Τα τελευταία χρόνια, οι καταναλωτές τείνουν να στρέφονται σε πιο ευέλικτες μορφές καταστημάτων σούπερ μάρκετ, αναζητώντας διέξοδο για πρακτικές, γρήγορες κι «έξυπνες» αγορές για την κάλυψη των βασικών τους αναγκών και επιχειρώντας να εξοικονομήσουν πολύτιμο χρόνο.
Μέσα σε αυτό το ταχέως μεταλλασσόμενο περιβάλλον, μόνο τυχαίο δεν μπορεί να θεωρηθεί το γεγονός ότι σήμερα η πιο μεγάλη αύξηση πωλήσεων καταγράφεται στα πιο μικρά σε μέγεθος καταστήματα!
- Διαβάστε ακόμα - Σούπερ μάρκετ: Ένας γάμος, ένα διαζύγιο και συνέχεια συγκέντρωσης στον κλάδο - Τι έρχεται μετά το deal Μασούτη, Κρητικού
Μεγάλη κυριαρχία για τις superettes
Πλέον, οι νέες αγοραστικές συνήθειες γίνονται αντιληπτές ακόμη και από τον τύπο του καταστήματος που επιλέγουν τα σύγχρονα νοικοκυριά για να πραγματοποιήσουν τις αγορές τους.
Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία μετρήσεων που δημοσιοποίησε για τον κλάδο του οργανωμένου λιανεμπορίου τροφίμων η NielsenIQ, για το σύνολο του 2025 όλοι οι τύποι καταστημάτων εμφάνισαν θετική πορεία. Ωστόσο ένας είναι ο τύπος καταστήματος που ξεχώρισε, σημειώνοντας τη μεγαλύτερη αύξηση πωλήσεων.
- Διαβάστε ακόμα - Σούπερ μάρκετ: Άνοδος τζίρου κατά 7,1% το 2025 - Κατά 2,6% αυξήθηκαν οι τιμές των τροφίμων
Ο λόγος για τις superettes ή αλλιώς τα πολύ μικρά καταστήματα, έκτασης 100-400 τμ, τα οποία την περυσινή χρονιά κατέγραψαν αύξηση τζίρου κατά 9%. Τα μικρά σούπερ μάρκετ και δη τα καταστήματα έκτασης 401-1.000 τμ σημείωσαν αύξηση πωλήσεων κατά 8,9%, ενώ ακολούθησαν τα hypermarkets και δη τα πολύ μεγάλα καταστήματα, έκτασης άνω των 2.500 τμ με αύξηση τζίρου κατά 8,8%. Στη δε τελευταία θέση στην κατάταξη από πλευράς αύξησης τζίρων βρίσκονται τα μεγάλα σούπερ μάρκετ (έκτασης 1.000-2.500 τμ), τα οποία εμφάνισαν αύξηση πωλήσεων κατά 4,4%.

«Το γεγονός αυτό συνδέεται άμεσα με την αναδιάρθρωση του δικτύου των αλυσίδων, αλλά και τη στροφή τους προς τα «καταστήματα ευκολίας/γειτονιάς», αναφέρει χαρακτηριστικά η NielsenIQ.
Να σημειωθεί εδώ ότι τα μεγάλα σούπερ μάρκετ μπορεί να εμφανίζουν τη μικρότερη ανάπτυξη πωλήσεων αλλά έχουν τη μεγαλύτερη συμμετοχή επί του συνολικού τζίρου του κλάδου, με μερίδιο 39,5%, ενώ ακολουθούν τα μικρά σούπερ μάρκετ με μερίδιο 34,4% επί του συνολικού τζίρου. Έπονται οι superettes με μερίδιο 14,5% επί των συνολικών πωλήσεων του κλάδου, ενώ τα hypermarkets αντιστοιχούν στο 11,7% του συνολικού τζίρου.
Σύμφωνα δε με στοιχεία της NielsenIQ που έχει στη διάθεσή του το insider.gr, το 2024 στην Ελλάδα υπήρχαν 64 hypermarkets, 689 μεγάλα σούπερ μάρκετ, 1.319 μικρά σούπερ μάρκετ και 3.079 superettes.

H «απάντηση» των μεγάλων λιανεμπορικών ομίλων
Η νέα αγοραστική συμπεριφορά καθρεφτίζεται άμεσα στα ράφια των σούπερ μάρκετ, γεγονός που αναγκάζει το σύνολο του κλάδου του οργανωμένου λιανεμπορίου τροφίμων σε πλήρη αναδιάταξη, προκειμένου να είναι σε θέση να ανταποκριθεί στις ανάγκες του καταναλωτικού κοινού.
Προς αυτή την κατεύθυνση, ολοένα και περισσότεροι εκ των βασικών «παικτών» του κλάδου επικεντρώνονται στην ανάπτυξη μικρών τύπων καταστημάτων, επιδεικνύοντας άμεση προσαρμοστικότητα στη νέα εποχή και γρήγορα αντανακλαστικά απέναντι στον εντεινόμενο ανταγωνισμό. Τις περισσότερες δε φορές για τη λειτουργία των μικρών καταστημάτων επιστρατεύεται η μέθοδος της δικαιόχρησης (franchise), η οποία παρουσιάζει πολλαπλά οφέλη.
Σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, η ανάπτυξη του δικτύου καταστημάτων μέσω της μεθόδου του franchise σηματοδοτεί μικρότερα κόστη για τους «παίκτες» του οργανωμένου λιανεμπορίου τροφίμων, καθώς οι franchisees ως νέοι επενδυτές/επιχειρηματίες αναλαμβάνουν μεγάλο μέρος της επένδυσης, αλλά και μικρότερο κίνδυνο για την πορεία της επένδυσης, δεδομένου ότι οι νέοι συνεργάτες αποφασίζουν να «τρέξουν» τη λειτουργία σχεδόν αυτόνομων καταστημάτων, αναλαμβάνοντας να σηκώσουν οι ίδιοι το βάρος της λήψης των αποφάσεών τους. Μέσω δε της μεθόδου του franchise, τα σούπερ μάρκετ δύνανται να αποκτήσουν παρουσία σε κάθε γωνιά της χώρας και χωρίς μάλιστα να απαιτηθεί για τον σκοπό αυτό η ανάληψη ρίσκου που συνοδεύει π.χ. μια μεγάλη εξαγορά.