Τράπεζες
29-10-2021 | 17:32

Eurobank: Συρρίκνωση του παγίου κεφαλαίου για 11ο χρόνο το 2020

Newsroom
Μοιράσου το
Eurobank
live updates: Ανανεώθηκε πριν

Σύμφωνα με τους ετήσιους μη χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς θεσμικών τομέων της ΕΛΣΤΑΤ, το πάγιο κεφάλαιο της ελληνικής οικονομίας παρέμεινε σε καθοδική τροχιά για 11ο χρόνο στη σειρά το 2020, συνεισφέροντας αρνητικά στις παραγωγικές δυνατότητες της οικονομίας*1.

Οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίων, ναι μεν επέδειξαν ανθεκτικότητα στην υγειονομική κρίση καταγράφοντας οριακή πτώση της τάξης του 0,6%, ωστόσο ήταν μικρότερες από τις αντίστοιχες αποσβέσεις. Δηλαδή, το 2020, το πάγιο κεφάλαιο που προστέθηκε στο ήδη υπάρχον απόθεμα (€19,3 δισ. ή 11,7% του ΑΕΠ) ήταν μικρότερο από το αντίστοιχο που αναλώθηκε (€26,3 δισ. ή 15,9% του ΑΕΠ). Όπως παρουσιάζεται στο Σχήμα 1, το εν λόγω ποιοτικό χαρακτηριστικό της ελληνικής οικονομίας διατηρείται ανελλιπώς από το 2010, με τη συνολική συρρίκνωση του παγίου κεφαλαίου να ανέρχεται στα €93,1 δισ.

Στο 1ο εξάμηνο του 2021 οι καθαρές επενδύσεις παγίων παρέμειναν αρνητικές, ωστόσο σε απόλυτα μεγέθη καταγράφηκε αποκλιμάκωση σε σύγκριση με το 1ο εξάμηνο του 2020

Εικόνα

Ποια είναι η συνεισφορά των επί μέρους θεσμικών τομέων στη μείωση του παγίου κεφαλαίου της ελληνικής οικονομίας την περίοδο 2010-2020; Η μερίδα του λέοντος ανήκει στα νοικοκυριά, με το άθροισμα των καθαρών επενδύσεων παγίων να διαμορφώνεται στα -€50,6 δισ. Το εν λόγω αποτέλεσμα αντικατοπτρίζει τη μεγάλη συρρίκνωση των κεφαλαιουχικών δαπανών για κατοικίες κατά τη διάρκεια της κρίσης χρέους*2.

Ακολουθούν οι μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις με μείωση παγίου κεφαλαίου της τάξης των €34,7 δισ. και η γενική κυβέρνηση με €9,9 δισ. Τέλος, σε αντίθεση με τους προαναφερθέντες 3 τομείς, στις χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις σημειώθηκε αύξηση παγίου κεφαλαίου κατά €2,1 δισ. (βλέπε Σχήμα 2).

Εικόνα

Εξαιρώντας τον τομέα των νοικοκυριών, η μείωση του παγίου κεφαλαίου της ελληνικής οικονομίας την περίοδο 2010-2020 ανέρχεται στα €42,5 δισ.

Σε λογιστικούς όρους, δηλαδή χωρίς να λαμβάνονται υπόψιν οι θετικές εξωτερικές οικονομίες που δημιουργεί το δημόσιο κεφάλαιο, ο ιδιωτικός τομέας συνεισέφερε το 76,7% της προαναφερθείσας πτώσης και ο δημόσιος το υπόλοιπο 23,3%. Τα επόμενα χρόνια, μέσω της αποτελεσματικής αξιοποίησης των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, η καθοδική τροχιά του παγίου κεφαλαίου των εταιρικών επιχειρήσεων και της γενικής κυβέρνησης δύναται να μετατραπεί σε ανοδική, με αποτέλεσμα τη διεύρυνση των παραγωγικών δυνατοτήτων της ελληνικής οικονομίας.

Εάν οι αποσβέσεις παγίων παρέμεναν στα επίπεδα του 2020, η αύξηση του παγίου κεφαλαίου των εταιρικών επιχειρήσεων και της γενικής κυβέρνησης (δηλαδή η υπερκάλυψη των αποσβέσεων από τις νέες επενδύσεις) θα απαιτούσε ετήσιες ακαθάριστες επενδύσεις παγίων υψηλότερες των €17,9 δισ. (10,8% του ΑΕΠ)*3.

Στη βραχυχρόνια περίοδο, μια επιπρόσθετη πηγή άντλησης κεφαλαίων για τη χρηματοδότηση επενδύσεων παγίων είναι οι πλεονάζουσες καταθέσεις στα εγχώρια Νομισματικά και Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα (βλέπε Σχήμα 3). Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδος, το υπόλοιπο των καταθέσεων των μη χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων διαμορφώθηκε στα €36,3 δισ. τον Σεπτέμβριο 2021, αυξημένο κατά €7,1 δισ. (24,2%) σε σχέση με τον Σεπτέμβριο 2020 και κατά €15,1 δισ. (70,1%) σε σύγκριση με τον Σεπτέμβριο 2019.

Εικόνα

Εν κατακλείδι, η μείωση του παγίου κεφαλαίου της ελληνικής οικονομίας συνεχίστηκε για 11ο χρόνο το 2020. Αυτό το αποτέλεσμα μαζί με τη συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού ισοδυναμούν με μείωση των παραγωγικών δυνατοτήτων της Ελλάδας. Η αναστροφή της τρέχουσας πορείας από καθοδική σε ανοδική και η διατήρηση στη μακροχρόνια περίοδο των οφελών που θα προκύψουν (αύξηση κοινωνικής ευημερίας), είναι εφικτή μέσω της ενίσχυσης των επενδύσεων του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα σε κλάδους που παράγουν διεθνώς εμπορεύσιμα αγαθά, μέσω πολιτικών ενίσχυσης της συνολικής παραγωγικότητας και μέσω κινήτρων για συμμετοχή στην εγχώρια αγορά εργασίας.

* 1 Οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίων – πλην του θεσμικού τομέα των νοικοκυριών – διαμορφώθηκαν στα €16,0 δισεκ. (9,7% του ΑΕΠ) το 2020.

*2  Οι επενδύσεις που πραγματοποιούν τα νοικοκυριά εστιάζονται κυρίως στις κατοικίες. Το υπόλοιπο αφορά την απόκτηση κεφαλαιουχικών αγαθών (π.χ. μηχανολογικός και μεταφορικός εξοπλισμός) στο πλαίσιο της ιδιότητάς τους ως ιδιοκτητών ατομικών επιχειρήσεων. Πριν ξεσπάσει η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση 2007-2009, η Ελλάδα, η Ιρλανδία, η Ισπανία και η Κύπρος είχαν τα υψηλότερα μερίδια επενδύσεων σε κατοικίες ανάμεσα στις χώρες της ΕΕ-27 (Ελλάδα 41,6% επί του συνόλου των επενδύσεων παγίων, Ιρλανδία 38,7%, Ισπανία 38,1%, Κύπρος 48,1%, Ευρωζώνη 29,0%). Το 2020, η Ιρλανδία και η Ελλάδα εμφάνισαν μακράν τα χαμηλότερα μερίδια επενδύσεων σε κατοικίες σε σύγκριση με τις χώρες της ΕΕ-27 (Ελλάδα 9,3%, Ιρλανδία 5,3%, Ισπανία 29,5%, Κύπρος 38,0%, Ευρωζώνη 25,9%).

* 3 Τα στοιχεία των ετήσιων μη χρηματοοικονομικών λογαριασμών θεσμικών τομέων της ΕΛΣΤΑΤ παρατίθενται σε τρέχουσες τιμές (βλέπε, https://www.statistics.gr/el/statistics/-/publication/SEM91/-).

Ακολουθήστε το insider.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.