Συνεδριάζει σήμερα, Τετάρτη το Εκτελεστικό Συμβούλιο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στην Ουάσιγκτον προκειμένου να συζητήσει τα ευρήματα της έκθεσης του άρθρου 4 του Ταμείου για την ελληνική οικονομία.

Σχεδόν 45 ημέρες μετά την αναχώρηση του κλιμακίου του ΔΝΤ από την Αθήνα η έκθεση προόδου της χώρας μας έχει ήδη καταρτιστεί και έχει κοινοποιηθεί στα μέλη του Εκτελεστικού Συμβουλίου του ΔΝΤ προς σχολιασμό.

Η έκθεση, που αναμένεται να δημοσιοποιηθεί το αργότερο έως την Παρασκευή, θα περιλαμβάνει μια σειρά από συστάσεις πολιτικής, αλλά και την αναθεωρημένη ανάλυση του Ταμείου για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους.

Εκπεφρασμένη θέση του Ταμείου είναι πως ενώ η κυβέρνηση έκανε μια πολλά υποσχόμενη αρχή με το να απομακρύνει εμπόδια αναφορικά με τις δομικές μεταρρυθμίσεις και τις ιδιωτικοποιήσεις και με το να προχωρήσει στην εξυγίανση των ισολογισμών των τραπεζών, χρειάζεται άμεσα μεγαλύτερη προσπάθεια σε όλους τους τομείς πολιτικής προκειμένου να καταστεί η Ελλάδα ανταγωνιστική εντός της νομισματικής ένωσης, να εξαλείψει το πλεονάζον χρέος και να πετύχει μεγαλύτερη ανάπτυξη.

Σύμφωνα με το ΔΝΤ, δεδομένου πως  η αποκατάσταση του τραπεζικού τομέα είναι η κορυφαία προτεραιότητα, ο στόχος της κυβέρνησης για την επίτευξη μονοψήφιων ποσοστών μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (NPEs) μέχρι τα μέσα του 2022 κινείται στη σωστή κατεύθυνση και το προτεινόμενο σχήμα προστασίας ενεργητικού (Ηρακλής) θα μπορούσε να παρέχει σημαντική υποστήριξη.

Για το μείγμα της δημοσιονομικής πολιτικής θέση του Ταμείου είναι πως θα πρέπει να επανασταθμιστεί, με διεύρυνση της φορολογικής βάσης και με περιορισμό των συνταξιοδοτικών παροχών. Κατά το Ταμείο, πέραν των ανωτέρω, απαιτούνται συνεχιζόμενες προσπάθειες για την ενίσχυση της ΑΑΔΕ και για την κινητοποίηση του πλαισίου κατά του ξεπλύματος χρήματος για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής.

Τέλος, στην έκθεση του Ταμείου αναμένεται να αναδιατυπωθεί η θέση του οργανισμού πως η ελληνική κυβέρνηση και οι Ευρωπαίοι εταίροι πρέπει να συναινέσουν σε μια πορεία χαμηλότερων δημοσιονομικών πλεονασμάτων, με δεδομένο το ευρύ οικονομικό περιθώριο και τις σημαντικές μη εξυπηρετούμενες ανάγκες σε κοινωνική και επενδυτική δαπάνη.