Χωρίς καμία πρόοδο και χωρίς να συμφωνήσουν ούτε στη νέα πρόταση του προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Σαρλ Μισέλ ολοκληρώθηκαν οι εργασίες της Συνόδου Κορυφής για τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό.

Ο Σαρλ Μισέλ κατέβαλε προσπάθειες στο να γεφυρωθεί το χάσμα μεταξύ των χωρών για την κατάρτιση του προϋπολογισμού χωρίς ωστόσο να υπάρξει αποτέλεσμα. 

«Χρειαζόμαστε περισσότερο χρόνο για να συμφωνήσουμε στον προϋπολογισμό» ανακοίνωσε μετά το τέλος της συνόδου κορυφής ο κ. Μισέλ. Όπως σημείωσε, ακόμα δεν είναι δυνατό να αποφασιστεί πότε θα διεξαχθεί η επόμενη σύνοδος.

To βασικό εμπόδιο για την πρόοδο των συζητήσεων, ήταν οι προτάσεις από τις Βρυξέλλες για τη σταδιακή κατάργηση των επιστροφών που χορηγούνται στη Γερμανία, την Ολλανδία, τη Δανία, τη Σουηδία και την Αυστρία, οι οποίες εισφέρουν τα περισσότερα στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό. Παράλληλα οι χώρες αυτές δεν δέχονται το συνολικό ύψος του προϋπολογισμού να ξεπεράσει το 1% του Ακαθάριστου Εθνικού Εισοδήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 

Η συμβιβαστική πρόταση του Σαρλ Μισέλ είναι το 1,074% του Ακαθάριστου Εθνικού Εισοδήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ωστόσο το Brexit δυσκόλεψε ακόμα περισσότερο την διαπραγμάτευση, μιας και απουσιάζει η βρετανική συμβολή (60-70 δισ. ευρώ σε 7 χρόνια), που ήταν ο δεύτερος χρηματοδότης μετά την Γερμανία.

Η Γερμανίδα καγκελάριος Άγκελα Μέρκελ δήλωσε ότι η διαφορά μεταξύ των Ευρωπαίων ηγετών ήταν πολύ μεγάλη για να γεφυρωθεί. 

Μητσοτάκης: Δεν μπορούμε να κάνουμε περισσότερα με λιγότερα

«Δεν μπορούμε να κάνουμε περισσότερα με λιγότερα» επανέλαβε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης κατά την τοποθέτησή του στη διάρκεια των χθεσινών εργασιών του έκτακτου Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, με αντικείμενο το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την περίοδο 2021-2027.

Ο κ. Μητσοτάκης στην παρέμβασή του, σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, τόνισε πως οι υφιστάμενες προτάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου απέχουν πολύ από αυτές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αλλά και, κυρίως, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Υπενθυμίζεται ότι η απόσταση που χωρίζει τις προτάσεις αυτές υπερβαίνει τα 200 δισ. ευρώ.