«Μεταξύ οικουμενικής κυβέρνησης και εκλογών επιλέγω τις εκλογές» δήλωσε το βράδυ της Δευτέρας ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, Κυριάκος Μητσοτάκης, σε μια εφ’ όλης της ύλης συνέντευξή του στον τηλεοπτικό σταθμό Star.
Μια δήλωση που σίγουρα θα συζητηθεί τις αμέσως επόμενες ώρες και ημέρες, ακόμη κι αν η ουσία των λεγομένων του κ. Μητσοτάκη βρίσκεται κάπου παρακάτω. Που; Στην εκτίμησή του, λίγα λεπτά αργότερα, πως «θα αντέξει η οικονομία μας μία ακόμα εκλογική αναμέτρηση αν αυτή προκύψει».
Είναι σίγουρος ο νέος πρόεδρος της ΝΔ πως η ελληνική οικονομία μπορεί να αντέξει μια ακόμη εκλογική αναμέτρηση; Και μάλιστα, πριν καλά καλά το 2015 περάσει στην ιστορία ως το έτος των τριών εκλογικών αναμετρήσεων;
Πόσες φορές ο «δύσμοιρος» ελληνικός λαός να προσφύγει στις κάλπες και τι να επιλέξει; Και γιατί πρέπει να αντέξει η οικονομία να σηκώσει το βάρος μιας ακόμη «επιλογής»;
Γιατί ενώ όλοι δηλώνουν υπέρμαχοι και «υπηρέτες» της πολιτικής σταθερότητας – που τόσο ανάγκη έχει η χώρα για να πάρει μπροστά επιτέλους η οικονομία – σπεύδουν με κάθε ευκαιρία να συντηρούν, άλλος λιγότερο και άλλος περισσότερο, σενάρια εκλογών;
«Δεν τις ζητώ τις εκλογές και δεν θα τις προκαλέσω», εξήγησε, λίγο αργότερα, στην ίδια συνέντευξη ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας. Ακόμη κι αν έχουμε όλη την καλή διάθεση να πιστέψουμε στα λόγια του – για το συμφέρον της χώρας και των πολιτών της που δοκιμάζονται βάναυσα στα «πέτρινα χρόνια» των μνημονίων – γιατί οι εκλογές θα πρέπει να γίνονται «καραμέλα» κάθε φορά που η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε μια νέα πρόκληση; Είτε πρόκειται για την όξυνση της προσφυγικής κρίσης, είτε για τον σκόπελο της αξιολόγησης της οικονομίας.
«Η κυβέρνηση έχει δείξει ότι δεν μπορεί να ολοκληρώσει την αξιολόγηση», υποστήριξε σε αυτή τη χειμαρρώδη συνέντευξή του ο κ. Μητσοτάκης.
«Εάν η αξιολόγηση δεν κλείσει, τότε η χώρα μπορεί να οδηγηθεί σε εκλογές ακόμη και τον Απρίλιο», δήλωσε μόλις πριν από ελάχιστα 24ωρα ο αντιπρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, Άδωνις Γεωργιάδης, προκαλώντας και αυτός με τη σειρά του τον δικό του – πρόσκαιρο μεν, σοβαρό δε – «μίνι» πολιτικό σεισμό σε μια ήδη ταραχώδη περίοδο για τη χώρα.
Η Αθήνα με την πλάτη στον τοίχο μοιάζει σχεδόν να «παρακαλάει» τους δανειστές να επιστρέψουν στην Αθήνα για την ολοκλήρωση της αξιολόγησης. Μιας αξιολόγησης που παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς από το κυβερνητικό στρατόπεδο, τείνει να γίνει πολύμηνη και σίγουρα όχι «ανώδυνη» για την οικονομία.
Η αξιολόγηση μπορεί να περιμένει… υπομονετικά τη λήξη της, αλλά η οικονομία σίγουρα όχι. Εκείνη «διψάει» απελπισμένα για ρευστότητα, επενδύσεις, νέες θέσεις εργασίας. Εκείνη «διψάει» για προοπτική. Που ακριβώς όμως εντοπίζεται προοπτική για ένα καλύτερο αύριο, όταν κάθε υπόνοια και μόνο περί διεξαγωγής νέων εκλογών δεν επιτρέπει σε οικονομία, αγορά και επιχειρηματικότητα να «σηκώσουν κεφάλι;»
Πως θα «σηκώσουν κεφάλι» όταν ό,τι έχει απομείνει από το θρίλερ της διαπραγμάτευσης, ισοπεδώνεται μεμιάς στο άκουσμα και μόνο μιας ακόμη προσφυγής στις κάλπες;
Και μιλούμε για θρίλερ, γιατί τέτοιο σκηνικό στήνουν για μια ακόμη φορά οι δανειστές, αρνούμενοι να κλείσουν εισιτήριο επιστροφής στην Αθήνα, ακόμη κι αν η κλεψύδρα του χρόνου έχει ήδη γυρίσει ανάποδα – σε βάρος πάντα της ελληνικής οικονομίας…