Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς των ΗΠΑ (SEC) ανακοίνωσε ότι προχωρά στην απόσυρση αγωγής για insider trading κατά του Τέρεν Πέιζερ, πρώην στελέχους στον κλάδο της υγείας, ο οποίος είχε καταδικαστεί για προνομιακή χρηματιστηριακή πληροφόρηση (insider trading) από ομοσπονδιακό σώμα ενόρκων το 2024 και στη συνέχεια έλαβε χάρη από τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ.
Το 2023, ο 65χρονος Πέιζερ, ιδρυτής και πρώην διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας υγειονομικής περίθαλψης Ontrak, κατηγορήθηκε από το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ για insider trading.
Η SEC άσκησε επίσης εναντίον του αστικές κατηγορίες για insider trading, στο πλαίσιο παράλληλης διαδικασίας.
Εκείνη την εποχή, οι αρχές χαρακτήρισαν τις κατηγορίες πρωτοποριακές. Ήταν η πρώτη ποινική υπόθεση που αφορούσε τη χρήση ενός προκαθορισμένου προγράμματος πώλησης μετοχών, το οποίο είχε σχεδιαστεί για να προστατεύει τα στελέχη από τέτοιου είδους κατηγορίες.
Σύμφωνα με τις αρχές, ο Πέιζερ πούλησε μετοχές της Ontrak αξίας άνω των 20 εκατ. δολαρίων μεταξύ Μαΐου και Αυγούστου του 2021, ενώ είχε στην κατοχή του ουσιώδεις, μη δημόσιες αρνητικές πληροφορίες σχετικά με τον μεγαλύτερο πελάτη της εταιρείας.
Το 2024, ομοσπονδιακό σώμα ενόρκων στο Λος Άντζελες τον έκρινε ένοχο για insider trading. Οι ένορκοι τον έκριναν ένοχο για δύο κατηγορίες insider trading και μία κατηγορία χρηματιστηριακής απάτης.
Το 2025 καταδικάστηκε σε 3,5 χρόνια φυλάκισης. Ο Τραμπ του απένειμε χάρη τον Ιανουάριο του τρέχοντος έτους.
Ο Πέιζερ ήταν προστατευόμενος του Mάικλ Μίλκεν, ο οποίος κάποτε θεωρούνταν ο «βασιλιάς των junk bonds» (των ομολόγων «σκουπιδιών») της Wall Street.
Το 2020, κατά την πρώτη του θητεία, ο Τραμπ είχε αποφασίσει να χαρίσει την ποινή του Μίλκεν, ο οποίος προηγουμένως είχε δηλώσει ένοχος για χρηματιστηριακή απάτη και είχε εκτίσει περίπου δύο χρόνια στη φυλακή.
Επικριτές και οργανώσεις προάσπισης δικαιωμάτων έχουν συχνά επισημάνει τέτοιου είδους απονομές χάρης ως παραδείγματα δύο μέτρων και δύο σταθμών, καθώς ο Τραμπ έχει χρησιμοποιήσει κατηγορίες περί απάτης εναντίον ορισμένων μεταναστών για να προωθήσει μια σκληρή πολιτική καταστολής της παράτυπης μετανάστευσης, ιδιαίτερα στη Μινεσότα νωρίτερα φέτος.



