Η ιστορία της βρετανικής πολιτικής σήμερα μπορεί να ιδωθεί μέσα από αριθμούς. Πέντε πρωθυπουργοί σε επτά χρόνια, κανένας από τους οποίους δεν ολοκλήρωσε μια πλήρη κοινοβουλευτική θητεία. Την ίδια περίοδο, επτά υπουργοί Εξωτερικών, έξι υπουργοί Οικονομικών και τέσσερις γραμματείς του υπουργικού Συμβουλίου.
Είναι μια ιστορία αστάθειας και ασυνέπειας, με ένα πιθανό νέο κεφάλαιο να γράφεται από τους Εργατικούς, αν απομακρύνουν τελικά τον Κιρ Στάρμερ, έναν εν ενεργεία πρωθυπουργό με μεγαλύτερη κοινοβουλευτική πλειοψηφία από εκείνη που είχε κερδίσει το 1945 ο προκάτοχός του Κλέμεντ Άτλι.
Η σημερινή κρίση
Τώρα, εντείνονται οι φόβοι για πολιτική αστάθεια στο Ηνωμένο Βασίλειο και πιθανή απομάκρυνση του Κιρ Στάρμερ από την πρωθυπουργία. Ο Άντι Μπέρναμ, δήμαρχος του Μάντσεστερ και ανερχόμενο στέλεχος των Εργατικών, αποκτά ισχυρότερη πολιτική θέση μετά την απόφαση να διεκδικήσει έδρα στη Βουλή, γεγονός που ενισχύει τα σενάρια διαδοχής.
Οι επενδυτές ανησυχούν ότι μια κυβέρνηση υπό τον Μπέρναμ θα κινηθεί πιο αριστερά, αυξάνοντας δαπάνες και δανεισμό, με επιπλέον 40 δισ. στερλίνες για υποδομές και στέγαση και υψηλότερη φορολογία στα ακριβά ακίνητα. Η στερλίνα υποχώρησε σε χαμηλό μήνα, ενώ οι αποδόσεις των 10ετών βρετανικών ομολόγων παραμένουν πάνω από το 5%. Αναλυτές προειδοποιούν ότι η πολιτική αβεβαιότητα και η επιδείνωση της δημοσιονομικής αξιοπιστίας της Βρετανίας ενδέχεται να διατηρήσουν υψηλό το πολιτικό και οικονομικό ρίσκο για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Αναπάντητα ερωτήματα
Τι οδηγεί όλη αυτή την αφήγηση; Γιατί το Ηνωμένο Βασίλειο αλλάζει ηγέτες σχεδόν τόσο γρήγορα όσο κάποτε η Ιταλία; Γιατί οι ψηφοφόροι και οι βουλευτές απονέμουν και αφαιρούν την υποστήριξή τους με τέτοια φαινομενική ευκολία; Εν ολίγοις, γίνεται η Βρετανία μη κυβερνήσιμη;
Για τον Στάρμερ, η απάντηση είναι ξεκάθαρη. Σε συνέντευξη Τύπου αυτή την εβδομάδα, ο πρωθυπουργός είπε: «Όχι, δεν νομίζω ότι η Βρετανία είναι μη κυβερνήσιμη». Η αντίπαλός του, η ηγέτιδα των Συντηρητικών Κέμι Μπάντενοχ, συμφώνησε λέγοντας στη Βουλή των Κοινοτήτων: «Η Βρετανία δεν είναι μη κυβερνήσιμη».
Όμως και οι δύο ηγούνται βουλευτών που τα τελευταία χρόνια έχουν δείξει τάση για πολιτικές ανατροπές ηγεσιών, κυβερνούν μέσα από ένα πολύπλοκο διοικητικό, ρυθμιστικό και δικαστικό πλαίσιο που δυσκολεύει την εφαρμογή πολιτικών και απευθύνονται σε ψηφοφόρους που φαίνονται ολοένα πιο ανυπόμονοι για αποτελέσματα και λιγότερο διατεθειμένοι να αποδεχθούν ότι η πολιτική απαιτεί συμβιβασμούς.
Είναι αυτή μια ιδιαίτερα ταραχώδης στιγμή της βρετανικής ιστορίας που καταπονεί τους ηγέτες; Ή μήπως η αναταραχή στο Γουέστμινστερ αντικατοπτρίζει βαθιά και συστημικά προβλήματα στην πολιτική;
«Τα γεγονότα, αγαπητέ»
Η πρώτη απάντηση μπορεί να είναι ότι οι καιροί είναι δύσκολοι για τις πολιτικές ελίτ. Η περίοδος αυτή ίσως θα δοκίμαζε οποιαδήποτε γενιά: η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, το πολιτικό χάος του Brexit, το οικονομικό σοκ της πανδημίας Covid-19, ο πόλεμος στην Ουκρανία και η ενεργειακή κρίση που προέκυψε, καθώς και η συστημική αναταραχή που αποδίδεται στον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ. Πρόκειται για προκλήσεις που δεν είναι αποκλειστικά βρετανικές και αντιμετωπίζονται από ηγέτες σε όλο τον κόσμο.
Σε όλη την Ευρώπη, οι κυβερνήσεις ταλαντεύονται μπροστά σε οικονομικές πιέσεις και ανυπόμονους ψηφοφόρους.
Η Χάναχ Γουάιτ, διευθύνουσα σύμβουλος του Institute for Government, ανέφερε στο BBC ότι η Βρετανία δεν είναι «μη κυβερνήσιμη», αλλά τα πολιτικά κόμματα έχουν τοποθετήσει στην εξουσία πρωθυπουργούς χωρίς βασικές ηγετικές ικανότητες σε μια εποχή διαδοχικών κρίσεων.
Ο καθηγητής Άναντ Μένον συμφωνεί ότι το σύστημα δίνει μεγάλη εξουσία σε μια κυβέρνηση με πλειοψηφία, αλλά η αδυναμία αξιοποίησής της είναι αποτυχία ηγεσίας. Ο Σιρ Άντονι Σέλντον υποστηρίζει ότι ορισμένοι πρόσφατοι πρωθυπουργοί, όπως ο Μπόρις Τζόνσον, η Λιζ Τρας και ο Κιρ Στάρμερ, δεν είχαν τις ικανότητες ή την ταπεινότητα να ζητήσουν βοήθεια.
«Τριβές στο σύστημα»
Ορισμένοι βουλευτές υποστηρίζουν ότι η δημόσια διοίκηση δεν στηρίζει επαρκώς τις κυβερνήσεις, ενώ το Γουάιτχολ (η καρδιά της πολιτικής εξουσίας της Βρετανίας) θεωρείται συχνά παρεμποδιστικό.
Άλλοι λένε ότι το πρόβλημα ξεκινά από την ίδια την Ντάουνινγκ Στριτ, η οποία είναι υποστελεχωμένη και υπερσυγκεντρωτική, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις να καθυστερούν και οι υπουργοί να αποδυναμώνονται.
Ο Λόρδος Χιλ σημειώνει επίσης στο BBC ότι η συγκέντρωση εξουσίας στο No 10 και η εμμονή στη διαχείριση της επικαιρότητας έχουν υποβαθμίσει τον ρόλο των υπουργών.
«Η εποχή των social media»
Τα social media επιταχύνουν την πολιτική διαδικασία σε βαθμό που καθίσταται δύσκολα διαχειρίσιμη. Η πολιτική γίνεται βραχυπρόθεσμη, ενώ οι λύσεις απαιτούν χρόνια.
Ορισμένοι θεωρούν ότι η δημοσιογραφία και η «εμμονή στο δράμα» εντείνουν την αστάθεια.
Το Brexit, σύμφωνα με πολλούς αναλυτές, επιδείνωσε το κλίμα, κανονικοποιώντας τις εσωκομματικές ανατροπές και τις διαρκείς κρίσεις.
Κατακερματισμός και κόμματα
Επιπλέον, η άνοδος μικρότερων κομμάτων αποδυναμώνει το δίπολο Εργατικών–Συντηρητικών και δημιουργεί κυβερνήσεις με μεγάλες πλειοψηφίες σε έδρες αλλά μικρότερη λαϊκή νομιμοποίηση.
Το βασικό πρόβλημα, σύμφωνα με αρκετούς, είναι η αδυναμία των ηγετών να πουν δύσκολες αλήθειες: ότι οι επιλογές έχουν κόστος και απαιτούν συμβιβασμούς.
Η πολιτική έχει μετατοπιστεί από τη διακυβέρνηση προς τη «διαχείριση προσδοκιών», κάτι που εντείνει την απογοήτευση.
Το συμπέρασμα
Η Βρετανία αντιμετωπίζει χαμηλή ανάπτυξη, υψηλό χρέος και στασιμότητα εισοδημάτων. Οι υποσχέσεις τόσο των Συντηρητικών όσο και των Εργατικών δεν υλοποιήθηκαν πλήρως, αφήνοντας τους πολίτες απογοητευμένους.
Το κεντρικό ζήτημα είναι το χάσμα προσδοκιών ανάμεσα στους κυβερνώντες και στους πολίτες. Ίσως η λύση να απαιτεί ηγέτες που θα λένε δύσκολες αλήθειες, κόμματα που θα αντέχουν το πολιτικό κόστος και ψηφοφόρους που θα αποδέχονται τους συμβιβασμούς.