Ένας ενεργειακός πόρος που για δεκαετίες παρέμενε ουσιαστικά στο περιθώριο του ελληνικού σχεδιασμού επιστρέφει ξανά στο προσκήνιο. Παρά το σημαντικό γεωθερμικό δυναμικό της χώρας, η Ελλάδα δεν κατάφερε επί χρόνια να αναπτύξει οργανωμένα τη γεωθερμία, με τις περισσότερες προσπάθειες να «κολλάνε» είτε σε αντιδράσεις τοπικών κοινωνιών, είτε σε αδειοδοτικές δυσκολίες, είτε στην έλλειψη σταθερού επενδυτικού πλαισίου.
Οι παλιές αποτυχημένες ή προβληματικές απόπειρες σε περιοχές όπως η Μήλος άφησαν για χρόνια αρνητικό αποτύπωμα στη δημόσια συζήτηση, ενώ το ενδιαφέρον μετατοπίστηκε κυρίως προς τα φωτοβολταϊκά και τα αιολικά.
Τα τελευταία χρόνια, όμως, η εικόνα αρχίζει να αλλάζει. Η ενεργειακή κρίση, η πίεση της Ευρώπης για περισσότερες «σταθερές» ΑΠΕ και η ανάγκη περιορισμού της εξάρτησης από εισαγόμενα καύσιμα επανέφεραν τη γεωθερμία στο τραπέζι, τόσο για ηλεκτροπαραγωγή όσο και για θέρμανση, αγροτικές χρήσεις και τηλεθέρμανση. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το ΥΠΕΝ ανοίγει τώρα μία από τις μεγαλύτερες οργανωμένες διαδικασίες αξιολόγησης γεωθερμικών περιοχών των τελευταίων ετών.
Το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας έθεσε πριν από λίγες ημέρες σε δημόσια διαβούλευση τη Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) για την έρευνα και εκμετάλλευση γεωθερμικού δυναμικού σε επτά περιοχές της Ελλάδας. Το σχέδιο, που δημοσιεύτηκε και αφορά τόσο έρευνες όσο και μελλοντικές επενδύσεις αξιοποίησης, φέρνει στο προσκήνιο περιοχές με υψηλό γεωθερμικό ενδιαφέρον, αλλά και σημαντικές περιβαλλοντικές και χωροταξικές παραμέτρους.
Η μελέτη αφορά περιοχές στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, το Βόρειο Αιγαίο και τη Στερεά Ελλάδα, μεταξύ των οποίων το κεντρικό - νότιο τμήμα του Στρυμόνα, ο Ακροπόταμος Καβάλας, το δυτικό τμήμα της λεκάνης του Νέστου, η λεκάνη του Έβρου, η Σαμοθράκη, η νότια Χίος και η λεκάνη του Σπερχειού.
Σύμφωνα με τη ΣΜΠΕ, το πρόγραμμα εξετάζει τόσο άμεσες εφαρμογές γεωθερμίας όσο και πιθανές χρήσεις σε τηλεθέρμανση, γεωθερμικές αντλίες θερμότητας και - στις περιοχές υψηλής θερμοκρασίας - ηλεκτροπαραγωγή.
Η μελέτη διαχωρίζει τα γεωθερμικά πεδία σε τοπικού ενδιαφέροντος, με θερμοκρασίες 30°C έως 90°C, και εθνικού ενδιαφέροντος, όπου η θερμοκρασία ξεπερνά τους 90°C και υπάγονται σε διαφορετικό καθεστώς αδειοδότησης βάσει του νόμου 4602/2019.
Ιδιαίτερο βάρος δίνεται στις περιβαλλοντικές παραμέτρους, καθώς πολλές από τις περιοχές που εξετάζονται βρίσκονται κοντά ή εντός προστατευόμενων οικοσυστημάτων Natura 2000, υγροτόπων, δέλτα ποταμών και περιοχών με υψηλή βιοποικιλότητα. Η μελέτη περιλαμβάνει αναλυτικό έλεγχο για πιθανές επιπτώσεις σε προστατευόμενα είδη, οικοτόπους και ορνιθοπανίδα, αλλά και αξιολόγηση ζητημάτων που σχετίζονται με τα ύδατα, τη σεισμικότητα, τα ενεργά ρήγματα και τις χρήσεις γης.
Στο πλαίσιο αυτό, η ΣΜΠΕ εξετάζει τρία διαφορετικά σενάρια ανάπτυξης: τη μηδενική λύση χωρίς καμία αξιοποίηση, ένα σενάριο περιορισμένης ανάπτυξης και ένα σενάριο πλήρους αξιοποίησης του γεωθερμικού δυναμικού και στις επτά περιοχές. Η πλήρης εφαρμογή του προγράμματος θεωρείται το βασικό σενάριο στρατηγικής ανάπτυξης, με τη μελέτη να υπογραμμίζει ότι η αναλυτική εξέταση κάθε έργου θα γίνεται σε επόμενο στάδιο μέσω επιμέρους Μελετών Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων και αδειοδοτήσεων.
Η πίεση της Κομισιόν και οι καθυστερήσεις στην Ελλάδα
Η κίνηση έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η Κομισιόν πιέζει όλο και περισσότερο τα κράτη-μέλη να αναπτύξουν «σταθερές» ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, πέρα από τα φωτοβολταϊκά και τα αιολικά, ώστε να περιοριστούν οι περικοπές πράσινης παραγωγής, οι αρνητικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας και η εξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα. Στις Βρυξέλλες η γεωθερμία αντιμετωπίζεται πλέον ως κρίσιμη τεχνολογία βάσης για θέρμανση, τηλεθέρμανση και βιομηχανική χρήση, ιδιαίτερα μετά την ενεργειακή κρίση των τελευταίων ετών.
Παρά το γεωθερμικό δυναμικό που διαθέτει η χώρα, η Ελλάδα παραμένει ουσιαστικά πίσω σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές αγορές, καθώς εδώ και δεκαετίες η γεωθερμία προχωρά αποσπασματικά, με περιορισμένες επενδύσεις και μεγάλες καθυστερήσεις στις αδειοδοτήσεις. Στελέχη της αγοράς επισημαίνουν ότι πολλές περιοχές με γνωστό γεωθερμικό δυναμικό παραμένουν αναξιοποίητες, ενώ η χώρα δεν έχει ακόμη αναπτύξει μεγάλης κλίμακας γεωθερμική ηλεκτροπαραγωγή, παρά τις συζητήσεις που γίνονται επί χρόνια.
Η γεωθερμία θεωρείται μία από τις πιο «σταθερές» μορφές ΑΠΕ, καθώς δεν εξαρτάται από καιρικές συνθήκες όπως η ηλιακή και η αιολική ενέργεια, ενώ μπορεί να προσφέρει συνεχή θερμική ή ηλεκτρική παραγωγή. Παράλληλα, κυβερνητικά στελέχη και φορείς της αγοράς βλέπουν στη γεωθερμία ένα εργαλείο για μείωση του ενεργειακού κόστους σε αγροτικές, νησιωτικές και βιομηχανικές περιοχές, ιδιαίτερα σε εφαρμογές θέρμανσης θερμοκηπίων, αγροδιατροφής και τηλεθέρμανσης.
Την ίδια ώρα, η προσπάθεια ανάπτυξης γεωθερμικών έργων συνεχίζει να συναντά ισχυρές επιφυλάξεις σε τοπικό επίπεδο, κυρίως λόγω ανησυχιών για περιβαλλοντικές επιπτώσεις, οσμές, διαχείριση ρευστών και πιθανές επιπτώσεις σε υδροφορείς και προστατευόμενες περιοχές. Δεν είναι τυχαίο ότι η ίδια η ΣΜΠΕ δίνει ιδιαίτερο βάρος στη σεισμικότητα, στα ενεργά ρήγματα και στις περιοχές Natura, επιχειρώντας ουσιαστικά να προλάβει μελλοντικές αντιδράσεις και συγκρούσεις σε επίπεδο αδειοδοτήσεων.
Ωστόσο, η ίδια η μελέτη αναγνωρίζει ότι οι περιοχές ενδιαφέροντος συνδέονται με αυξημένη περιβαλλοντική ευαισθησία και σε αρκετές περιπτώσεις με σεισμικά ενεργές ζώνες, γεγονός που καθιστά κρίσιμη την παρακολούθηση και τον σχεδιασμό των έργων. Στη ΣΜΠΕ περιλαμβάνονται ειδικά μέτρα προστασίας για τη βιοποικιλότητα, τα ύδατα, το τοπίο, το ακουστικό περιβάλλον και τις τοπικές υποδομές, καθώς και σύστημα περιβαλλοντικής παρακολούθησης για την πορεία των έργων.
Η μελέτη θα παραμείνει σε δημόσια διαβούλευση έως τις 10 Ιουνίου 2026, ενώ στη συνέχεια θα ακολουθήσουν οι γνωμοδοτήσεις των αρμόδιων φορέων και η οριστικοποίηση του πλαισίου, το οποίο θα αποτελέσει τη βάση για τις επόμενες γεωθερμικές επενδύσεις στη χώρα.