Ο Lewis Carroll στο «Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων» περιγράφει ωραία τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισε την Υγεία το Πολιτικό Σύστημα και η Κοινωνία μετά τη Μεταπολίτευση. Οι 33 Υπουργοί «είδαν» το «ταξίδι» χωρίς να διερωτηθούν για τον προορισμό. Το ταξίδι, που για κάποιους κράτησε μήνες, για άλλους πολλά χρόνια, ήταν αυτοσκοπός. Ο προορισμός δεν ενδιέφερε, αφού ο δρόμος, ήταν «στρωμένος» με προσωπικά και πολιτικά οφέλη. Για τους περισσότερους, η συνεισφορά ήταν μικρά ή μεγάλα μπαλώματα στην «κουρελού» της Υγείας. Όταν ήρθε η Κρίση, η κουρελού σκίστηκε και η Ελλάδα έμεινε γυμνή και άρρωστη στην καταιγίδα της φτώχειας.

Και όμως, το Σύνταγμα στο Άρθρο 21, παρ. 3 είναι σαφές: «Το Κράτος μεριμνά για την Υγεία των πολιτών». Αυτό, λογικά, πρέπει να είναι το τέλος, ο προορισμός, του ταξιδιού. Ένα Κράτος, δηλαδή, όπου η Υγεία των πολιτών αποτελεί «δικαίωμα» που το Κράτος υποχρεούται να προστατεύει με κάθε τρόπο. Υπήρξε μία περίοδος, αμέσως μετά τη Μεταπολίτευση, που αυτά φάνηκε να σκιαγραφείται στο Εθνικό Σύστημα Υγείας. Παρερμηνεύοντας, ίσως, αλλά και αξιοποιώντας το Σύνταγμα του 1975, το νέο και ενθουσιώδες Σοσιαλιστικό ΠΑΣΟΚ ανέλαβε το ρόλο του Κράτους – Παραμάνας που θα φρόντιζε για την Υγεία του Λαού.

Για κακή τύχη, η νέα μας Δημοκρατία ήταν ανέτοιμη για τόσο μεγάλα εγχειρήματα. Στο «Ταξίδι της Υγείας» δεν υπήρξε ένα σχέδιο μετάβασης, ένας χάρτης διαδρομής με τοπόσημα, και στάσεις … ανεφοδιασμού. Αντί να πορευόμαστε σταθερά με προορισμό την καλύτερη υγεία με τα χρήματα που διαθέταμε ατομικά ή συλλογικά, σε κάθε στάση της διαδρομής, όπως οι Εκλογές, το κύριο ερώτημα ή διακύβευμα ήταν: «πώς θα δουλεύουν και πώς θα αμείβονται οι γιατροί, πόσα νοσοκομεία θέλουμε και πού, αν αυτά θα ανήκουν στο κράτος ή τους ιδιώτες» και άλλα, όχι σημαντικά. Βασικό ζητούμενο δεν ήταν αυτό που δικαιούται ο Πολίτης, αλλά αυτό που απαιτούν και διεκδικούν οι συντελεστές του συστήματος, συλλογικά ή ατομικά.

Θυμάμαι, στην αρχή της καριέρας μου το 1978, ως Σύμβουλος του τότε Υπουργού Υγείας, του αείμνηστου Σπύρου Δοξιάδη, μαζί με τον κ. Θόδωρο Μπάζα, γράψαμε ένα προφητικό άρθρο που αναφερόταν στις ανάγκες της χώρας σε Γιατρούς. Υπολογίσαμε τότε πως χρειάζονται 400 νέοι γιατροί το χρόνο για να συντηρηθεί το ήδη μεγάλο «ιατρικό απόθεμα». Το σύστημα συνέχισε να «παράγει» διπλάσιους ως και τριπλάσιους χωρίς κανένας Υπουργός, Υγείας ή Παιδείας, να συγκινηθεί. Από τότε αντιλήφθηκα πως το «Σύστημα» δεν «δούλευε» για τον κόσμο του.

Ο λόγος είναι απλός. Στην Ελλάδα, ίσως λόγω ιστορίας, ίσως λόγω ισχνού πολιτισμικού αποθέματος, δεν ενδιαφέρει το συλλογικό καλό, αλλά το ατομικό συμφέρον, και ειδικότερα, το συμφέρον του πολιτικού, του επαγγελματία υγείας και κάθε πολίτη. Το συμφέρον του πολίτη δεν νοείται ως κάτι που αφορά όλους, αλλά ως προνόμιο που εξαγοράζεται με την ψήφο ατομικά. Τώρα, μετά την Κρίση, ίσως αντιληφθούμε πως όλα από εμάς εξαρτώνται και μόνο εμείς είμαστε υπαίτιοι για όσα (μας) συμβαίνουν.

Η Μελέτη μας αποσκοπεί να είναι «Οδικός Χάρτης» για ένα Σύστημα Υγείας που αξιοποιεί τις δυνατότητες της Επιστήμης, με τρόπο δίκαιο και αποτελεσματικό, και προσαρμοσμένο στις δυνατότητες της Εθνικής Οικονομίας. Ο Χάρτης «δείχνει» κατευθύνσεις και δίνει απαντήσεις σε τέσσερις βασικές ερωτήσεις που σχετίζονται με το Σύστημα Υγείας. Ποιος θα πληρώνει; πώς θα λειτουργεί το σύστημα για τον πολίτη; πώς θα διοικείται; και πώς θα αξιοποιούνται όλοι οι πόροι δημόσιοι και ιδιωτικοί; Μόνο πειστικές και ρεαλιστικές απαντήσεις σε αυτές τις ερωτήσεις μπορούν να οδηγήσουν στο τελικό ζητούμενο, ένα δίκαιο, αποτελεσματικό, και βιώσιμο σύστημα υγείας.

Ο Οδικός Χάρτης για την ανάπτυξη και την εύρυθμη λειτουργία του Συστήματος Υγείας δεν δημιουργείται «εν κενώ». Εξαρτάται αφ’ ενός, από την οικονομία της χώρας και, αφ’ ετέρου από το πολιτικό κλίμα της εποχής. Χαρακτηρίζεται από σημαντικές επιπτώσεις στην οικονομία της χώρας, λόγω του μεγάλου οικονομικού «αποτυπώματος» στην απασχόληση, την κατανάλωση, τα δημοσιονομικά μεγέθη, τις επενδύσεις, το εξωτερικό εμπόριο, την ανάπτυξη κλπ. Έχει, επίσης, σημαντικές πολιτικές επιπτώσεις γιατί απευθύνεται σε κυρίαρχα ζητήματα κοινωνικής δικαιοσύνης, πολιτικής ευθύνης και οικονομικής αποτελεσματικότητας.

Με το διεθνές οικονομικό κλίμα θα ασχοληθούμε μετά την Εισαγωγή, γιατί εξηγεί ορισμένες από τις προτάσεις μας, ειδικά στον τομέα της χρηματοδότησης.

Μετά, στο κύριο μέρος, θα ασχοληθούμε με τα τέσσερα ζητήματα του Συστήματος Υγείας, που «καίνε» τον Πολίτη και θα έπρεπε να απασχολήσουν την Πολιτική Διοίκηση της Χώρας στο άμεσα μέλλον. Το πρώτο είναι το «Ταξίδι του Πολίτη - Αρρώστου μέσα το Σύστημα Υγείας, μία «πονεμένη ιστορία», όπως δείχνουν και οι κατά καιρούς δημοσκοπήσεις, αλλά και η προσωπική εμπειρία μας. Το δεύτερο είναι ένα, κομβικό για την Ελλάδα, ζήτημα, με άμεσες πολιτικές προεκτάσεις, η σχέση του Δημόσιου με τον Ιδιωτικό Τομέα. Το τρίτο Μέρος αφορά στη Λειτουργία, τη Διοίκηση του Συστήματος, και το τέταρτο τη Χρηματοδότηση, όπου προτείνεται η κατάργηση των Ασφαλιστικών Εισφορών, μία ριζική απόκλιση από την ως τώρα εμπειρία της Χώρας με την Κοινωνική Ασφάλιση. Μετά την ανάπτυξη των τεσσάρων ενοτήτων, θα αναφερθούμε στις πιθανές οικονομικές επιπτώσεις της Μεταρρύθμισης, με έμφαση στην αξιοποίηση των επενδυτικών δυνατοτήτων που παρουσιάζει η λειτουργία και ανάπτυξη του συστήματος υγείας.

Η ενασχόληση με ένα σύστημα τόσο σύνθετο, πολυπαραγοντικό, κοινωνικά και πολιτικά ευαίσθητο, αλλά και τόσο αποτυχημένο δεν είναι απλή υπόθεση. Σε κάθε βήμα υπάρχουν σημεία και προτάσεις που αφορούν πολλούς αλλά και «ισχυρούς». Τα συμφέροντα, με την καλή ή την κακή έννοια, είναι πολλά και η «ανακατωσούρα» της αλλαγής ή μεταρρύθμισης ποτέ δεν υπήρξε αρεστή στο όποιο status quo, όσο και αν αυτό αποδεικνύεται σάπιο ή απλά δυσλειτουργικό. Τα «όπλα» που επιστρατεύονται ως άρνηση στις μεταρρυθμίσεις είναι πάντα «φιλολαϊκά» και έχουν ως σταθερό σύμμαχο την συμπυκνωμένη άγνοια που καλλιεργείται από μύθους, τη συνήθεια, αλλά και την επιβολή από οργανωμένες ομάδες. Μόνοι σύμμαχοι η τεκμηρίωση και το πολιτικό θάρρος. Ως τώρα, στην Ελλάδα, απέτυχαν όπως πολύ καλά είδαμε σε κρίσιμους τομείς, όπως η Παιδεία και η Κοινωνική Ασφάλιση. Δυστυχώς και η Υγεία απέτυχε διαχρονικά, παρά τη μεταρρύθμιση του 1983-85. Και στις τρείς περιπτώσεις το πρόβλημα προβλήθηκε ως «λύση». Ο Κρατισμός, ο καρκίνος της Νεοελληνικής και κυρίως Μεταπολεμικής Ιστορίας, επικράτησε και «μόλυνε» και τους τρείς τομείς.

Η πολιτική απόφαση για τη διαμόρφωση ενός δίκαιου, αποτελεσματικού και βιώσιμου Συστήματος Υγείας είναι ισοδύναμη με την απόφαση για το «ποιος θα ζήσει και ποιος θα πεθάνει». Όσο ακραίο και αν ακούγεται αυτό, αρκεί να δούμε τα τελευταία αποτελέσματα της ετήσιας Έρευνας για την Υγεία της ΕΛΣΤΑΤ. Η αυξημένη νοσηρότητα στην Ελλάδα οφείλεται στην οικονομική αδυναμία του Πολίτη να έχει «πρόσβαση» στις υπηρεσίες υγείας. Τίθεται, δηλαδή, ένα σημαντικό ζήτημα που «αγγίζει» τους τομείς Υγεία, Εργασία, Κοινωνική Ασφάλιση, και Οικονομία. Δύσκολα φαντάζεται κανείς σημαντικότερο ζήτημα πολιτικής ευθύνης για έναν Πρωθυπουργό, αλλά, επίσης, εύκολα φαντάζεται τί απασχολεί τον εκάστοτε Υπουργό Υγείας, όταν αναλαμβάνει τα καθήκοντά του, στην Ελλάδα.

Και μία τελευταία, αλλά απαραίτητη, σημείωση. Στη Μελέτη που αποτελεί τη βάση σε αυτό το Βιβλίο είχα πολύτιμες «βοήθειες» από φίλους και γνωστούς, εξέχοντες, ο καθένας, στο χώρο του, τους οποίους και ευχαριστώ. Όμως, οι προτάσεις είναι δικές μου και αντικατοπτρίζουν εμπειρίες και διδάγματα από τη μακρά ενασχόλησή μου με τα θέματα της Υγείας. Αν ορισμένες θεωρηθούν ακραίες, θα παρακαλέσω τον αναγνώστη να τις «δει» υπό το πρίσμα του «τί είναι επιθυμητό» όχι του «τί είναι εφικτό», πολιτικά ή οικονομικά στη σημερινή Ελλάδα. Ας μην ξεχνάμε πως η αντίληψή μας για το «τί μπορεί να γίνει» είναι συχνά αποτέλεσμα άγνοιας, πνευματικής οκνηρίας, ακόμη και ιδιοτέλειας. Το «αυτά στην Ελλάδα δεν γίνονται» είναι αυτό που μας έφερε στη σημερινή κατάσταση.

Το βιβλίο αυτό είναι γραμμένο για όσους θέλουν να τολμήσουν να γίνει η Ελλάδα «ιστορία επιτυχίας». Όχι για μία «αποτυχημένη χώρα», όπως κατάντησε με το «αυτά δεν γίνονται στην Ελλάδα». Συχνά αντιμετώπισα την «κατάρα» της υποταγής του συνόλου στις σκοπιμότητες των μετριοτήτων που έκαναν τη ζωή μας τη κόλαση που ζούμε την τελευταία δεκαετία. Θα ήθελα να συνεχίσω να πιστεύω πως «Ένα άλλο Μέλλον είναι Εφικτό».